Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

ΥΠΟ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ.



Η Μακεδονική κυριαρχία υπό του Μέγα Αλεξάνδρου.
Πηγή εικόνας: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:MacedonEmpire.jpg 


Η πόλις – κράτος των Μεγάρων μαζί με την Κέρκυρα, την Κόρινθο, το Κοινό της Ακαρνανίας, την Αθήνα, το Κοινό της Αχαΐας, το Κοινό της Εύβοιας και το Κοινό των Βοιωτών στις 2 Αυγούστου του 338 π.Χ., αντιτάχτηκαν απέναντι των Μακεδόνων, στη Χαιρώνεια, βλέποντας τα σχέδια επεκτατισμού τούτων προς τη Νότια Ελλάδα.
Η πολεμική σύγκρουση ήταν σκληρή και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Καθώς η συγκεκριμένη μάχη χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερη σκληρότητα και ανδρεία για τους δυο στρατούς. Ύστερα από την πάροδο αρκετού χρόνου στην πεδιάδα της Χαιρώνειας, η νίκη άρχισε να γέρνει προς το μακεδονικό στρατόπεδο χάρη στη σπουδαία τακτική που εφάρμοσε ο Φίλιππος Β’ .       
Έτσι, ο Φίλιππος Β’ κατόρθωσε μετά από πολλά έτη αιματηρών εκστρατειών και έντονων διπλωματικών διαβουλεύσεων να καθυποτάξει και τους τελευταίους πυλώνες αντίστασης στα σχέδια του για επικράτηση στον ελλαδικό χώρο. Η νικηφόρα μάχη του Μακεδονικού στρατού, στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ., σηματοδοτεί ουσιαστικά την αφετηρία της μακεδονικής κυριαρχίας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας για σχεδόν έναν αιώνα.
Εκείνη την εποχή, το κράτος των Μεγάρων, είχε αρχίσει να ανασυντάσσεται μετά τις ‘’βιβλικές’’ καταστροφές που υπέστη από την πόλη –κράτος της Αθήνας κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Όπως πολύ παραστατικά αναφέρει ο Παυσανίας:  ’’ … γιατί άρχισε ο πόλεμος των Πελοποννησίων κατά των Αθηναίων, κατά τον οποίο κάθε χρόνο οι. Αθηναίοι ρήμαζαν με στόλο και στρατό τη χώρα των Μεγαρέων και τα δημόσια κτίρια κατέστρεψαν και τους ίδιους έφεραν στο έσχατο σημείο φτώχειας…’’(Παυσ. Α’ 40, 4). 
Όμως, η Μεγαρίδα είχε σχετικά επανέλθει και πάλι σε κάποια κοινωνικοοικονομική άνθιση ώστε η φιλοσοφική ''Διαλεκτική Σχολή'', που είχε ιδρύσει ο Μεγαρέας μαθητής του Σωκράτη, Ευκλείδης, να έχει μια ακμάζουσα δυναμική στον τότε γνωστό κόσμο.
Την περίοδο του πολέμου της Χαιρώνειας στη διεύθυνση της Μεγαρικής σχολής ήταν ο φιλόσοφος Στίλπων(1). Ο Στίλπων που ήταν και δεινός ρήτορας θα πρέπει να έπεισε συνεπώς τους Μεγαρείς να υποταχθούν στη κυριαρχία των Μακεδόνων. Έτσι, οι Μεγαρείς έκαναν Πρώτο Πολίτη της χώρας τους, τον Μέγα Αλέξανδρο, γιό του Φίλλιπου Β’ και Κύριο των Μεγάρων, τον Πτολεμαίο τον επικαλούμενο ‘’Σωτήρ’’.  Οπού καθώς φαίνεται, οι δύο αυτοί Άντρες, έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση στις φιλοσοφικές απόψεις του Στίλπωνα και τιμή στη χώρα των Μεγαρέων.
Οι Μεγαρείς, κάτω από την Μακεδονική κυριαρχία του Πτολεμαίου είδαν το κράτος τους να αποκτά την παλαιά του αίγλη. Είναι επομένως, πολύ λογικό το επακόλουθο, Μεγαρείς στρατιώτες να ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο στην μεγάλη εκστρατεία του προς τη Ανατολή.  
Όμως, η Μεγαρίδα που γνώρισε μια ακμαία πολιτιστική και κοινωνικοοικονομική άνθιση την εποχή των Μακεδόνων. Βρέθηκε και πάλι σε δεινή θέση, ανάμεσα στα πυρά των πολεμικών συρράξεων των διαδόχων του Αλεξάνδρου. Ώστε με την κατάληψη της χώρας από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, να ισοπεδώνει κυριολεκτικά τα Μέγαρα το 295π.Χ. (Πλούταρχος, ‘’Βίοι Παράλληλοι: Δημήτριος’’). 
Έκτοτε, καθώς αναφέρει ο Πολύβιος: Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής και οι απόγονοί του, τοποθετώντας φρουρές ή τυράννους, δεν άφησαν σχεδόν καμία ελληνική πόλη ουσιαστικά ελεύθερη και αυτόνομη. Έτσι, μέσα σε αυτό το τυραννικό ρευστό καθεστώς αντιμετώπισαν οι Έλληνες νικηφόρα την κάθοδο προς την Ελλάδα του στρατού των Γαλάτων το 279 π.Χ. (2) με κάποιες συμμαχίες ελληνικών πόλεων που είχαν γίνει. Αλλά, τελικά υποτάχθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (197 – 146 π.Χ.). Όπου και πάλι η Μεγαρίδα χώρα ισοπεδώνεται...


Σημειώσεις:
(1)  Ο Στίλπων ήταν ένας σημαντικός Έλληνας φιλόσοφος, που γεννήθηκε στα Μέγαρα το 360 π.Χ.  Όπως αναφέρει ο Ηρακλείδης: ‘’Τόσο πολύ τους ξεπέρα­σε όλους στην επινοητικότητα και τη φιλοσοφία, ώστε λίγο έλειψε να στρέψει όλη η Ελλάδα σ´ αυτόν την προσοχή της και να μεγαρίσει.’’   
Για τον Στίλπων, ο Φίλιππος ο Μεγαρικός αναφέρει επί λέξει τα εξής: ‘’Από τον Θεόφραστο απέσπασε τον Μητρόδωρο τον θεωρητικό και τον Τιμαγόρα από τη Γέλα. Από τον Αριστοτέλη τον Κυρηναϊκό, τον Κλείταρχο και τον Σιμμία. Από τους διαλεκτικούς, απέσπασε τον Παιώνειο από τον Αριστείδη, ενώ τον Δίφιλο τον Βοσποριανό του Ευφάντου και τον Μύρμηκα του Εξαινέτου, που πήγαν για να τον αντικρούσουν, τους έκανε φανατικούς οπαδούς του’’.
Αδιαφιλονίκητα ήταν μία μεγάλη φιλοσοφική μορφή της εποχής του.

(2)Οι Μεγαρείς με αρχηγό τον Μεγαρέα πολέμαρχο Ιππόνικο, βρέθηκαν ενεργεί στις μάχες με τους υπόλοιπους Έλληνες κατά την κάθοδο των Γαλάτων.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Σιτάρι και οι σύγχρονες μάστιγες καρκίνου και άνοιας.


                         Πηγή εικόνας: http://www.ramnousia.com/2012/06/blog-post_25.html#.ULcbVuQzytk


Τα τελευταία εκατό χρόνια ο καρκίνος και η άνοια έχουν γίνει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας που παρατηρούνται στις αναπτυγμένες χώρες. Οι στατιστικές δείχνουν ότι αποτελούν για αυτά τα κράτη, τη δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου μετά τις καρδιοπάθειες.
Είναι οι ασθένειες που έχει ταυτιστεί με τον τρόπο ζωής και διατροφής των ανθρώπων που ζουν σε χώρες με υψηλούς αριθμούς ανάπτυξης. Ενώ για την εμφάνιση, συνήθως του καρκίνου, έχει κατηγορηθεί μια μεγάλη σειρά παραγόντων.
Ένας παράγοντας από αυτούς που έχουν κατηγορηθεί, για την εμφάνιση των 
καρκινικών ασθενειών τούτων και που έχει περάσει από τα εργαστήρια των επιστημόνων, είναι το σιτάρι καθώς εμφανίζει υψηλά ποσοστά γλουτένης.
Είναι όμως, το σιτάρι ένα από τα αίτια των καρκινικών ασθενειών και της άνοιας;
Ας παρακολουθήσουμε κάποιες πληροφορίες που υπάρχουν και σχετίζονται με τις σύγχρονες αυτές μάστιγες.
"Ή γλουτένη του σιταριού καταστρέφει την υγεία της ανθρωπότητας, διότι ως ισχυρή κόλλα επικολλάται εις τα τοιχώματα όλων των αγγείων πού διέρχε­ται, πεπτικούς σωλήνες, έντερα, φλέβες, αρτηρίες κ.λπ. Ένεκα τούτου παρακωλύει την σωστή πέψη, κενώσεις και την κυκλοφορία του αίματος, με τις αντίστοιχες επιβαρύνσεις εις την υγεία." (ομάδα επιστημών που ερεύνησε προσε­κτικά και δημοσίευσε το 1922 το πρώτο σύγγραμμα γιά τις ομάδες αίματος και τις ιδιαιτερότητες εκάστης στη Θεσσαλονίκη).  
Ερευνώντας ή ίδια επιστημονική επιτροπή, το διαιτολόγιο των αρχαίων Ελλήνων έμεινε έκπληκτος. Οί ερευνητές αφού κατέληξαν, σύντομα, ότι βασική τροφή των Ελλήνων είναι το ψωμί. Το ψωμί όμως των Ελλήνων ήταν από ζειά και όχι από σιτάρι!
Οι αρχαίοι δεν έτρωγαν ψωμί από σιτάρι.
Το σιτάρι το είχαν ως τροφή των ζώων και το ονό­μαζαν ‘’πυρρό’’. Έτρωγαν μόνον ψωμί από ζειά ή Κριθάρι και σε ανάγκη μόνον από κριθάρι ανάμεικτο με Σιτάρι. Ό Μέγας Αλέξανδρος, αναφέρεται πως έτρε­φε την στρατιά του μόνο με ζειά, για να είναι οι άνδρες του υγιείς και σε πνευματικά επίπεδα ικανοί. 
Φαίνεται πως οι Έλληνες, από τα πανάρχαια χρόνια και έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου μ.Χ.  γνώριζαν πολύ καλά ότι: ‘’φάρ­μακο σου είναι ή τροφή σου’’ ( Ιπποκράτης). Για τούτο τρέφονταν μόνο με τη ζειά που ήταν το βασικό συστατικό του ψωμιού τους. Γνώριζαν μάλιστα ότι ή ζειά τρέφει πρώτιστος το πνεύμα και ρυθμίζει την υγεία. Αυτό μάλιστα το αναφέρει ό Αισχύλος στο ύμνο του προς την Δήμητρα:
"Δήμητερ ή θρέψασα τήν έμήν φρένα είναι με άξιον τών σων μυστηρίων" (Αισχύλος).
Επί πλέον ή ζειά περιέχει άφθονα βιταμίνη 'Ο' και πολλά ιχνοστοι­χεία πού χρειάζεται ό οργανισμός μας, συν ένα από τα αμινοξέα, τη πολύ σημαντική Λυσίνη, το πολυτιμότατο τούτο συστατικό για τον οργανισμό μας, πού σήμερα το αγοράζουμε πανάκριβα ως συμπλήρωμα της διατροφής, ενώ παλαιότερα το είχαμε από το ψωμί της ζειάς δωρεάν!
Όμως, εάν παρακολουθήσουμε τα στοιχεία της τρομακτικής αύξησή του καρκίνου στην Ελλάδα, θα παρατηρήσουμε με έκπληξη ό,τι αυτή η ομάδα ασθενειών που χαρακτηρίζονται από τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των κυττάρων, έχουν κάνει την εμφάνισή τους με την αλλαγή της βασικής σύστασης του αλεύρου στον άρτο τα τελευταία ενενήντα χρόνια.
Το ψωμί πού τρώμε από το Σιτάρι έχει τελείως διαφορετικές πρωτεΐνες στηρίξεως από το ψωμί που κατασκευάζεται από τη ζειά. Εδώ ακριβώς έγκειται και ή διαφορά τους…
Γι’ αυτό και οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα πυρούς (σιτάρια) για ζωοτροφές και την ζειά για ψωμί μέχρι το 1920 μ.Χ. περίπου. O Θεόφραστος τον 4ο αι. π.Χ, διακρίνει την ζειά σαφώς από την όλυρα (ασπρόσιτος) χαρακτηριζοντάς ως το πλέον αποδοτικότερο από όλα τα είδη των δημητριακών για τον άνθρωπο.
Διότι η Ζειά:
1ον. Βοηθάει στην απορρόφησιν των θρεπτικών συστατικών (ca, mg) κ. ά.
2ον.  Καταστέλλει τις φλεγμονές πού χρονίζουν στον οργανισμό και καταστρέφουν τα υγιή κύτταρα.
3ον. Καταστέλλει τα ένζυμα του καρκινικού κυττάρου (εμποδίζει την ανάπτυξη και μετάσταση του καρκίνου).
4ον. Περιέχει το βασικό αμινοξέο Λυσίνη (Lycin) πού ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και είναι το βασικό στοιχείο στην βιοχημική λειτουργία του εγκεφάλου.
5ον.  Περιέχει μαγνήσιο που επιπλέον ενεργοποιεί τις ενζυματικές διαδικασίες του μεταβολισμού. Για τούτο τα δημητριακά Ζέας συμβάλλουν στη διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους. Είναι πλούσια σε υδατάνθρακες χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Αυτό μάλιστα σημαίνει ότι απορροφώνται αργά και απελευθερώνουν μικρή ποσότητα γλυκόζης στο αίμα. Έτσι, μαζί με τις φυτικές ίνες, αυξάνουν το αίσθημα του κορεσμού και διατηρούν το αίσθημα της πληρότητας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Και δεν είναι μόνο τούτα τα ωφέλει της ζείας προς τον άνθρωπο...


Πηγές:
Μιχάλης Γριγορίου. Α' βιβλίο ‘’ΤΟ ΟΛΟΝ’’, και το Β' βιβλίο του ΤΟ ΟΛ-ΟΝ: "Ένα βιβλίο για την ίαση".
Περιοδικό ΖΕΝΙΘ.

Ηλεκτρονικές πηγές:

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΡΙΔΑΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ (Τελευταίο)



Το τοίχος του "Δέμα" όπως λέγεται και φαίνεται σήμερα.


Από τα αρχαιολογικά ευρήματα εκείνης της εποχής, φαίνεται ότι η εμφάνιση των Δωριέων ταυτίζεται με τα πολεμικά όπλα από σίδηρο που πιστεύετε ότι τούτοι κατείχαν.
Η κυριαρχία τους επί των Ελληνικών εδαφών (Αχαϊκών ανακτόρων), έγινε σχετικά γρήγορα μια και αυτά είχαν ήδη περιέλθει σε μια φθίνουσα πορεία αιτία πολλών αφορμών. Οι Δωριείς ήταν ένα ελληνικό ποιμενικό και πρωτόγονο σχετικά φύλο που κατοικούσε στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, όπου και το οποίο μετά τη διάλυση του μυκηναϊκού κόσμου κατέλαβε τις πεδινές περιοχές.
Ο εποικισμός των Δωριέων έφερε διαφορετικές –νέες- κοινωνικοπολιτικές, διοικητικές και θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις στη Μεγαρίδα (καθώς και στην υπόλοιπη Ελλάδα), ώστε αυτοί δημιούργησαν ένα περισσότερο στρατοκρατούμενο και υποτυπώδες ‘’πολιτικό’’ κράτος, με έδρα το κεντρικό Αχαϊκό ανάκτορο των Μεγάρων.
Η μεγάλη έμφαση στη μυθολογική παράδοση των ηρώων, η τιμή και η λατρεία των νεκρών, η μετατροπή των περισσότερων ανακτόρων σε ιερά και ναούς για τους ανθρωπόμορφους θεούς και θέαινες  που πίστευαν, δίνουν ένα ελάχιστο δείγμα για την μετάβαση στην ιστορική εποχή και που ονομάζεται "Ελληνικός Μεσαίωνας". Διότι ελάχιστα γνωρίζουμε για τούτην και παλαιότερα πιστευόταν ότι αποτελούσε μια εποχή βίαιης διακοπής της Μυκηναϊκής πολιτιστικής δημιουργίας.
Ο μεγάλος εδαφικός έλεγχος του κεντρικού Μεγαρικού Αχαϊκού ανακτόρου, (καθώς ξεκινούσε από τον Ισθμό και κατέληγε βόρειο ανατολικά στις νότιες απολήξεις του Κιθαιρώνα, βορειοδυτικά στις νότιες απολήξεις της Πάρνηθας και δυτικά στις δυτικές απολήξεις του Αιγαλέου) φαίνεται να είχε αντιμετωπίσει κάποιες διαμάχες, πιθανών πολεμικές, από το κεντρικό ανάκτορο της Αττικής (Αθήνας).  
Αυτό εξηγεί και τη δημιουργία του τείχος του Δέματος. Δηλαδή, το τειχισμένο σύνδεσμο, (δέση), του Αιγάλεω με την Πάρνηθα. Για την θωράκιση των Αχαϊκών συνό­ρων όπου δημιούργησαν έτσι μια σταθερή αμυντική γραμμή, ώστε έχτι­σαν στο σημείο εκείνο ένα τείχος κατά μήκος του περάσματος, γνωστό σήμερα σαν Δέμα. Ουσιαστικά η βορειοδυτική εδαφική κυριότητα της Μεγαρίδας, στην Μυκηναϊκή εποχή, διαφυλασσόταν από τα βουνά (Κιθαιρώνα, Πάρνηθα, Αιγάλεω) και τις δύο θάλασσες (Σαρωνικού – Κορινθιακού κόλπου).  
Και μόνο το πέρασμα μεταξύ του όρους Αιγάλεω και της Πάρνηθας που αποτελεί το φαρδύτε­ρο πέρασμα προς το Θριάσιο από την πεδιάδα των Αθηνών, είναι πιο φαρδύ ακόμα κι από τα περάσματα που βρίσκονται στον Ισθμό της Κορίνθου και τον Κιθαιρώνα. Γι αυτόν τον λόγο και θεωρήθηκε από τους Μυκηναίους απαραίτητη η τείχισή του(*).

Σε πολλά σημεία είναι ορατά τα πρώτα ίχνη της Μυκηναϊκής εποχής, τότε που η κυριαρχία του κεντρικού ανακτόρου των Μεγάρων είχε τα σύνορά του έως εδώ. 


Οι Δωριείς (Μεγαρείς πλέον) σε πολεμικές αψιμαχίες με τους Κορινθίους χάνουν μέρος από τα εδάφη που συνόρευαν με τον Ισθμό. Αργότερα και γύρω στον 7ο αιώνα  π.Χ. που διεξήχθησαν μακροχρόνιες μάχες μεταξύ Αθηναίων και Μεγαρέων, χάνουν τα εδάφη της Θριάσιας πεδιάδας με το ιερό της Δήμητρας που είχαν κτίσει στο περιφερειακό Μυκηναϊκό ανάκτορο και το νησί της Σκίρας (Σαλαμίνα).
Ο μύθος που αναφέρει ο Παυσανίας, πως κατά τη διάρκεια των αυτών μαχών σκοτώθηκαν ο στρατηγός των Ελευσίνιων, Ιμάραδος και ο βασιλιάς των Αθηναίων, Ερεχθεύς. Ιστορικά αλλά και από τα πλείστα αρχαιολογικά ευρήματα της αρχαίας Ελευσίνας, αυτός ο μύθος δεν ευσταθεί.
1ον . Διότι τον  7ο αιώνα π.Χ. η Αθήνα δεν είχε βασίλειο και μάλιστα τον Βασιλιά Ερεχθέα. Και ακόμη η Ελευσίνα δεν αναφέρεται πουθενά στα αρχαία συγγράμματα ότι εκείνη την εποχή ήταν πόλη είτε έστω πολίχνη ώστε να διατηρεί στρατό με τον στρατηγό Ιμάραδο.
2ον . Η Ελευσίνα ήταν ένα περιφερειακό ανάκτορο των Μεγάρων. Όπου με την αποίκηση των Δωριέων κτίστηκε επάνω του το ιερό της μυστηριακής θεάς της Γης (Δήμητρας), της ιδιαίτερης λατρείας των νέων αποικιστών που έκαναν κράτος τους το κεντρικό ανάκτορο των Μεγάρων.
Υπάρχουν σαφέστατα και πολλές άλλες  ιστορικές αποδείξεις για τους επεκτατικούς πολέμους της πόλις –κράτος της Αθήνας του 7ου π.Χ. αι., προς τα Μεγαρικά εδάφη. Ώστε τους κατοπινούς αιώνες, αναγκαστικά πια περιορίστηκαν οι Μεγαρείς στα σημερινά περίπου όρια του Δήμου Μεγαρέων ή καλλίτερα της πρώην Επαρχίας Μεγαρίδας.    

                                                            ΤΕΛΟΣ

Σημείωση:

(*)Το 1920 περιγράφεται σαν το τείχος που εκτεινόταν πέραν των έξι χιλιομέτρων, ότι αποτελείτο από πελεκητούς ογκώδεις λίθους, και τεχνικότατα συναρμολογημένους. Για το μήκος, το μέγεθος και την τέχνη του ήταν αληθινό μεγαλούργημα. Την άποψη αυτή Δεν την διατύπωσαν μόνο έλληνες αρχαιολόγοι. Ο Sterlingdow το χαρακτηρίζει σαν ένα από τα πλέον καταπληκτικά και μυστηριώδη μνημεία της Ελληνικής αρχαιότητας που μοιάζει με το οχυρό των Ίνκας στο Sacsahuaman του Περού. Σχετικά με την χρονολογία δόμησης του τείχους διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις…
Όμως, η κυκλώπεια τειχοδομία στα περισσότερα μέρη μαρτυρά την ύπαρξή τους ήδη από την Αχαϊκή εποχή. Λογικά, στη πάροδο των αιώνων θα ανακατασκευάστηκε και οι Αθηναίοι φαίνεται να το χρησιμοποίησαν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.


ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΡΙΔΑΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ (Μέρος 2ον)


Το κεντρικό Αχαϊκό ανάκτορο των Μεγάρων με κάποια από τα περιφεριακά ανάκτορα του


Οι Μυκηναίοι συναντήθηκαν με τον μινωικό πολιτισμό, που τους επηρέασε βαθιά και συνετέλεσε στην κατασκευή και την αρχιτεκτονική των μυκηναϊκών ανακτόρων των Μυκηνών, Τίρυνθας, Μεγάρων και των υπολοίπων. Τις πρώτες αψιμαχίες Μινωιτών και Αχαιών διαδέχτηκε γρήγορα η συμφιλίωση και η ειρηνική συνύπαρξη.
Η πανάρχαια παράδοση για την θυγατέρα του βασιλιά Νίσου, Σκύλλα και η πολιορκία του Μεγαρικού ανακτόρου από τον Μίνωα(1), δηλώνει σαφέστατα την Υστοροελλαδική ΙΙ Β εποχή, περίπου στους χρόνους 1500 -1400 π.Χ..  
Κάπως έτσι οι Αχαιοί διαδέχτηκαν τους Μινωίτες κι ως ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο. Ενώ το Αχαϊκό κράτος, που λειτουργούσε με ομοσπονδιακό σύστημα, αναγνωρίστηκε ως ισάξιο από την Αίγυπτο και τη Χιττιτική αυτοκρατορία. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός εξελίσσονταν συνεχώς και έφτανε σε ανώτερα επίπεδα, και οι θέσεις των Αχαιών στο Αιγαίο παγιώνονταν.
Ο έλεγχος του ανακτόρου της Μεγαρίδας φαίνεται ότι δεν συναντά μεγάλες ανατροπές και συνεχίζει την διαδρομή του μέσα στο χρόνο έως και την εξαφάνιση του Μυκηναϊκού πολιτισμού (2).
Κατά το 1380 – 1300 π.Χ. αρχίζει η ανάπτυξη τοπικών ιδιαιτεροτήτων στο μυκηναϊκό κόσμο και η διάσπαση της πολιτισμικής ομοιομορφίας της ανακτορικής περιόδου, προφανώς λόγω χειροτέρευσης της επικοινωνίας. Στο πέρασμα όμως  από τον 12ο στον 11ο π.Χ. αιώνα παρατηρείται ένα δεύτερο, ισχυρότερο κύμα καταστροφών, από το οποίο δεν θα συνέλθουν ποτέ τα μυκηναϊκά βασίλεια. Η Τίρυνθα, οι Μυκήνες και η Μιδέα καταστρέφονται από ισχυρό σεισμό, ενώ η Πύλος και η Θήβα καίγονται και σχεδόν εγκαταλείπονται.
Τρεις όμως κυρίως εξηγήσεις έχουν προταθεί για την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων και τη συνακόλουθη παρακμή του Μυκηναϊκού Πολιτισμού: η φυσική καταστροφή, η εξωτερική εισβολή και οι εσωτερικές διαμάχες. Φυσικές καταστροφές (σεισμοί, πυρκαγιές και ίσως κλιματικές αλλαγές) έχουν πιστοποιηθεί αρχαιολογικά, στο πρώτο κύμα τους όμως άντεξε το σύστημα και τα ανάκτορα ξαναχτίστηκαν. Η απειλή από εξωτερικούς εισβολείς μπορεί να είναι η αιτία για την ενίσχυση των οχυρώσεων, όμως ο υλικός πολιτισμός της ΥΕ ΙΙΙΓ δείχνει αδιάκοπη συνέχεια με την ανακτορική περίοδο πριν την καταστροφή. Ακόμα και αν επιτέθηκαν τελικά εξωτερικοί εισβολείς, δεν εγκαταστάθηκαν στις περιοχές που έλεγχαν οι Μυκηναίοι. Ξίφη του ιδιαίτερου τύπου Naue II και χονδροειδής κεραμική κατασκευασμένη χωρίς τροχό, πολύ διαφορετική από τη μυκηναϊκή, έχουν συνδεθεί με πιθανούς εισβολείς. Και τα δύο όμως εμφανίζονται ήδη πριν από τις καταστροφές και όχι με την έλευση πληθυσμών που μπορεί να ευθύνονται για τις καταστροφές.
Νέα ταφικά έθιμα (καύση νεκρών, κιβωτιόσχημοι τάφοι) εμφανίζονται με χρονική απόσταση από το τέλος των 1250 -1190 π.Χ., στην προχωρημένη εποχή των 1190 – 1060 π.Χ.. Ο μύθος της Καθόδου των Δωριέων, που έπλασαν οι Έλληνες της πρώτης χιλιετίας π.Χ. για να εξηγήσουν την καταγωγή τους, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αρχαιολογικά.
Οι Δωριείς όταν βρέθηκαν στη Μεγαρίδα, κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ., ήδη η χώρα αυτή αποτελούσε ένα ξεχωριστό Αχαϊκό βασίλειο που τα σύνορά του κατά προσέγγιση παρέμεναν τα ίδια.

Κατάλοιπα Μυκηναϊκών τοίχων από το περιφεριακό ανάκτορο της Οινόης (Σχίνος) Μεγάρων


Συνεχίζεται….

Σημειώσεις:
(1) Ο Μύθος της Σκύλλας φαίνεται πως εκτυλίσσετε στο τέλος της Μινωικής περιόδου. Την εποχή που ήδη είχαν τον έλεγχο του Μεγαρικού ανακτόρου οι Αχαιοί. Διότι ο Απολλόδωρος, αλλά και ο Παυσανίας αναφέρουν τον ερχομό του Μεγαρέα από την Βοιοτική Αμφικτυονία της Ογχηστού.   
(Απολλόδωρος:  Γ 15,8) ‘’… μετ’ ου πολύ δε θαλασσοκρατόρων πολέμησε στόλω τας Αθήνας, και Μέγαρα είλε Νίσου βασιλεύοντος του Πανδίονος, και Μεγαρέα τον  Ιππομένους  εξ Ογχηστού Νίσω βοηθόν ελθόντα απέκτεινεν. απέθανε δε και Νίσος δια θυγατρός προδοσίαν. έχοντι γαρ αυτώ πορφυρέαν εν μέση τη κεφαλή τρίχα ταύτης αφαιρεθείσης ην χρησμός τελευτήσαι· η δε θυγάτηρ αυτού Σκύλλα ερασθείσα Μίνωος εξείλε την τρίχα. Μίνως δε Μεγάρων κρατήσας και την κόρην της πρύμνης των ποδών εκδήσας υποβρύχιον εποίησε’’.
Και στο μεγάλο ποίημα του ο Οβίδιος "Οι Μεταμορφώσεις" μας λέει:  ‘’Ο Νίσος είχε στο κρανίο του μία τρίχα πορφυρού χρώματος, η οποία ήταν συνδεδεμένη με τη ζωή του. Η κόρη του Σκύλλα όμως ερωτεύτηκε το Μίνωα και έτσι έκοψε την τρίχα. Το αποτέλεσμα ήταν ο Νίσος να πεθάνει και τα Μέγαρα να καταληφθούν. Όταν όμως η Σκύλλα πήγε υπερήφανη για το κατόρθωμά της στο Μίνωα, εκείνος την τιμώρησε για την προδοσία της. Την έριξε στη θάλασσα είτε σύμφωνα με άλλη εκδοχή την έδεσε στην πρύμνη του πλοίου του όταν σαλπάρισε προς την Αθήνα’’.

(2) Η θεωρία της εσωτερικής κατάρρευσης του συστήματος λόγω διαμάχης ανάμεσα στα μυκηναϊκά βασίλεια ή στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις εξηγεί γιατί με τις καταστροφές παράκμασε κυρίως ο πολιτισμός των ηγετικών στρωμάτων της μυκηναϊκής κοινωνίας (ο αρχιτεκτονικός τύπος του μεγάρου, ο διοικητικός μηχανισμός, η γραφή, το εμπόριο με την Δύση και την Ανατολή, ανακτορικές τέχνες όπως η τοιχογραφία). Η ζωή σε χαμηλότερα επίπεδα συνεχίστηκε βέβαια σχεδόν ανεπηρέαστη.
Το γενικό συμπέρασμα είναι λοιπόν πως οι παραπάνω αιτίες ευθύνονται ως ένα βαθμό για την παρακμή του ανακτορικού μυκηναϊκού πολιτισμού, με διαφορετική βαρύτητα σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή. Καμία από αυτές τις θεωρίες δεν μπορεί όμως να εξηγήσει το τέλος από μόνη της ή να εφαρμοστεί σε ολόκληρο το μυκηναϊκό κόσμο.
 Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο έλεγχος του Μεγαρικού ανακτόρου δεν παρουσίαζε την Κοινωνικοπολιτική οργάνωση, δηλαδή, την εικόνα μιας πόλις –κράτους όπως τη γνωρίσαμε στα κατοπινά χρόνια (όπως και όλα τα άλλα κεντρικά Μυκηναϊκά ανάκτορα). Υπήρχε το κεντρικό ανάκτορο και ένας ανώτατος άρχοντας, ο άναξ, που η εξουσία του δεν στηριζόταν σε προσωποπαγές δίκαιο και δυναστικές γενεαλογίες, αλλά στην ικανότητά του να ρυθμίζει την αναδιανομή προϊόντων και υπηρεσιών στα όρια του βασιλείου του. Το κεντρικό ανάκτορο διέθετε και διάφορα άλλα περιφερειακά ανακτορικά κέντρα όπως σαν παράδειγμα, αυτά ήταν για τη Μεγαρίδα: Της Ελευσίνας που έλεγχε τη Θριάσια πεδιάδα, της Σκίρας που είχε τον έλεγχο της νήσου Σαλαμίνας, των Αιγόσθενων, της Οινόης, της Κρομμύωνας, των Παγών και μερικών άλλων διάσπαρτων στα Μεγαρικά εδάφη.


Πηγές:
Martin P. Nilsson, The Mycenaean Origin of Greek Mythology (University of California Press, 1932).
Susan Sherratt, “Potemkin Palaces and Route-based Economies,” in S. Voutsaki and J. Killen, eds., Economy and Politics in the Mycenaean Palace States (Cambridge Philological Society, 2001), 214-54. 


ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΡΙΔΑΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ (Μέρος 1ον)


                                  Τα κυριότερα κέντρα του Αχαϊκού (Μυκηναϊκού) πολιτισμού κατά τον 15ον π.Χ. αιώνα.


Οι Αχαιοί αφού διεσπάρησαν στην Πελοπόννησο και σε μεγάλο μέρος της Στερεάς Ελλάδας, δημιούργησαν διάφορα ανακτορικά κέντρα για να πραγματοποιούν τον έλεγχο αυτής της μεγάλης περιοχής που κατείχαν: Οι Μυκήνες, η Πύλος, η Τίρυνθα και η Κυπαρισσία στην Πελοπόννησο. Ενώ τα Μέγαρα, οι Θήβες, η Γλάς, ο Ορχομενός και η Αθήνα στην Στερεά Ελλάδα.
Στο ανακτορικό κέντρο των Μεγάρων, φαίνεται ότι βασιλιάς, την εποχή εκείνη,  ήταν ο Κλήσων. Κατόπιν τον διαδέχθηκε ο γιός του Πύλας που παρέδωσε τον έλεγχο του Μεγαρικού ανακτόρου στην κόρη του Πυλία και στον Αθηναίο γαμπρό του Πανδίων(*). Ο Πύλας κατέφυγε στην Πελοπόννησο και πρώτα ίδρυσε την Πύλο της Μεσσηνίας. Αργότερα τον έδιωξε από εκεί ο Νηλέας. Τότε ο Πύλαντας κατέφυγε στην Ήλιδα, όπου εκεί πάλι ίδρυσε την δεύτερη ομώνυμη πόλη, την Πύλο της `Ηλιδας.
Έτσι κάποια μυκηναϊκά κέντρα, αφού εξασφάλισαν τον έλεγχο των πλησιέστερων προς αυτά ανακτόρων, διεκδίκησαν την πρωτοκαθεδρία. Στην Πελοπόννησο οι Μυκήνες. Οι Θήβες, η Αθήνα και Γλας στην Στερεά Ελλάδα.
Η Αθήνα με τον Πανδιώνα και για κάποιο χρονικό διάστημα αφού αποκτάει τον έλεγχο του ανακτόρου των Μεγάρων, όπως προκύπτει από τους διάφορους Αθηναϊκούς και Μεγαρικούς μύθους, φαίνεται και αυτή να διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία. Όμως με τον θάνατό του Πανδίων, οι γιοί του χωρίζουν σε τέσσερα μέρη την περιοχή της Αθηναϊκής κυριαρχίας. Επιπροσθέτως με τη πλήρη καταστροφή και την οριστική εγκατάλειψη των ανακτόρων της Θήβας, καθώς και της Γλάς στη Κωπαΐδα, καθιερωθήκαν πλέον οι Μυκήνες ως το σημαντικότερο κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου.
Το Μεγαρικό ανάκτορο με τον Νίσο, γιό του Πανδίων, ( wa-na-ka) άναξ/ βασιλιά αποκτά ξανά τα πρώτα εδαφικά του όρια και αυτά ήταν:  Όλη η Δυτική Αττική, δηλαδή, ξεκινούσαν από τον Ισθμό της Κορίνθου, βόρεια ήταν ο Κορινθιακός κόλπος με τις διάφορες πολίχνες, κώμες και λιμάνια.  Τα Αιγόσθενα, οι Ελεύθερες και διάφορες άλλες κώμες. Βορειοδυτικά όλο το Θριάσιο Πεδίο όπου κατέληγαν στη λίμνη Ρειτός. Νότια στον κόλπο του Σαρωνικού, ήταν η Ελευσίνα, το νησί Σκίρα, η Μινώα, η Νίσα, η Άλυκος, η Κρωμμύων, η Σιδούς, η Σχινούς και τα Μεγαρικά σύνορα πάλι κατέληγαν στον Ισθμό.


Τα σύνορα της Μεγαρίδας επί της βασιλίας του Κλήσωνα, του Αχαϊκού ανακτόρου  


Παράλληλα με τις εσωτερικές ανακατατάξεις  των ανακτόρων, οι Αχαιοί εξαπλώνονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα και πολλαπλασίαζαν τους οικισμούς τους στα νησιά του Αιγαίου, ενώ δημιούργησαν ορισμένες αποικίες στην Κάτω Ιταλία και Σικελία.
Η οικονομική και εμπορική δραστηριότητα των Αχαιών, παροτρυνόμενοι από τους Κρήτες στη θάλασσα, φαίνεται ότι άρχισε από πολύ νωρίς και τα μυκηναϊκά (ή αχαϊκά) προϊόντα έφθασαν ως τα παράλια της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου.

 Συνεχίζεται.....

Σημείωση:

(*) Η πανάρχαια παράδοση αναφέρει ότι ο Πύλας κατέφυγε στη Πελοπόννησο μετά από ένα φόνο που είχε διαπράξει σε συγγενή του. Όμως, πιο πιθανών φαίνεται να έχει σαν αιτία τον ‘’αγώνα’’ κυριαρχίας που έκαναν τα διάφορα Μυκηναϊκά ανάκτορα ώστε να αποκτήσουν την πρωτοκαθεδρία. Η Αθήνα, καθώς αναφέρει ο μύθος, με τον Πανδίων αποκτά τον έλεγχο του ανακτόρου των Μεγάρων και μεγαλώνει τα εδαφικά της όρια. Τούτη όμως η κυριαρχία ήταν αρκετά ρευστή, έμελε πολύ σύντομα να διαρρηχτεί μια και οι γιοί του μοίρασαν το κυρίαρχο ανάκτορο της Αθήνας σε τέσσερα. Έτσι ο Νίσος (ένας από τους γιούς του Πανδίων) αναλαμβάνει το ανάκτορο των Μεγάρων και γίνεται βασιλιάς.       


Πηγές:
Ντ. Βασιλικού, Μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ.152, Αθήνα 1995
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%AF

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΜΗΚΥΝΑΪΚΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΣΤΟΝ ΒΡΑΧΟ ΤΟΥ ΝΤΟΥΣΚΟΥΡΙ (Τελευταίο)







Στην Ελληνική γλώσσα η λέξη ‘’Ντούσκουρι’’ δεν υφίσταται, καθώς ούτε και σε κάποια άλλη βαλκάνια γλώσσα, εκτός της νεοαλβανικής γλώσσας που υπάρχει η λέξη ‘’dashuri’’ (ντασουρί), όπου εννοεί την αγάπη και μπορεί κάπως φωνητικά, να ταιριάξει με αυτήν την λέξη. Όμως, η ιστορία δεν κατέγραψε καμία αποίκιση Αρβανιτών στα Μέγαρα. Καθώς τα Μέγαρα παρέμειναν πάντοτε η μοναδική πόλις της Αττικής, με Έλληνες γηγενείς κατοίκους.  
Ως ακολούθως, πιο λογικό θα είναι να υποθέσουμε ότι η λέξη Ντούσκουρι, είναι η παραφορά της αρχαίας Ελληνικής ονομασίας των διδύμων, όπου δηλώνει τους γιούς του Δία:  Διός + κούροι(γιοί) = Διόσκουροι.
Μετά τον 11ον π.Χ. αιώνα οι Διόσκουροι ήταν οι κατεξοχήν Δωριείς ήρωες -θεοί, που εμφανίζονται πολλές φορές να αντιμάχονται τον Θησέα, τον προπάντων ήρωα των Ιώνων.
Οι Διόσκουροι επίσης είναι εκείνοι που ταυτίζονται με την ονομασία του αστερισμού των Διδύμων. Το όνομα μάλιστα το φέρει η παράδοση από τα βάθη της αρχαιότητας, καθώς αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιο αστρονόμο ή συγγραφέα της αρχαιότητας. Όπως και βέβαια αυτό σημειώθηκε στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Για τους Αρχαίους Έλληνες και φυσικά τους Ρωμαίους ήταν οι Διόσκουροι: οι δίδυμοι γιοι του Διός και της Λήδας, που μεταφέρθηκαν στον ουρανό από τον πατέρα τους Δία σε ανταμοιβή της αδελφικής αγάπης που επέδειξαν επί της γης.
Εάν βάλουμε λοιπόν, σε μία σειρά τις αρχαίες παραδόσεις θα διαπιστώσουμε πως οι μύθοι κρατούν τα κλειδιά για να ρίξουμε αχτίδες φωτός στα βάθη της ιστορίας.
Αρχικώς (Μυκηναϊκή εποχή) στη θέση λατρείας των Διδύμων (Διόσκουρων), προϋπήρξε στη Θήβα και πιθανών σε όλη την ευρύτερη περιοχή, λατρεία για τους δίδυμους γιούς της Αντιόπης, τον Αμφίονα και τον Ζήθο. Τα δίδυμα αυτά όπως αναφέρει ο μύθος, γεννήθηκαν μέσα σε σπηλιά κοντά στις Ελεύθερες, κάτω από δραματικές και περιπετειώδεις συνθήκες.  Η Αντιόπη που καταδιωκόταν από τον πατέρα της, Νυκτέα, επειδή είχε μείνει έγκυος από τον Δία, βρήκε καταφύγιο στην Σικυώνα. Εκεί την συνέλαβε ο θείος της Λύκος μετά από όρκο που είχε δώσει στον πατέρα της πριν τον θάνατο του τελευταίου, και την πήγαινε προς την Θήβα. Στον δρόμο, λίγο πριν αφήσουν τα εδαφικά όρια της Μεγαρίδας χώρας, την έπιασαν οι πόνοι του τοκετού και οι συνοδοί της αναγκάσθηκαν να την αφήσουν να γεννήσει σε μια σπηλιά τους δίδυμους, Αμφίονα και Ζήθο. Ο Λύκος πείρε την Αντιόπη και εγκατέλειψε μόνα τα νεογέννητα στο φαράγγι του Κιθαιρώνα(1). Τα παιδιά ανατράφηκαν από κάποιο βοσκό και μεγάλωσαν χωρίς να μάθουν τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκαν. Κάποτε η Αντιόπη κατάφερε να δραπετεύσει και να τα βρει, αλλά εκείνα δεν ήθελαν να την αναγνωρίσουν ως μητέρα τους και την κράτησαν μάλιστα αιχμάλωτη σε καλύβα. Μόνο με τη βοήθεια του Δία μπόρεσαν να την αναγνωρίσουν, οπότε μετά τιμώρησαν σκληρά τους διώκτες της, τον Λύκο και τη σύζυγό του Δίρκη, και εγκαταστάθηκαν με τη μητέρα τους στη Θήβα, όπου έγιναν θρυλικοί ήρωες της Βοιωτίας. 
Πριν τους Δωριείς κυριαρχούσαν στην Νότια Ελλάδα οι Μυκηναίοι, και βέβαια στη Μεγαρική περιοχή, ενώ πριν από τους Μυκηναίους υπήρξαν οι Κρήτες. Και, καθώς είδαμε στο αμέσως προηγούμενο άρθρο, οι Κρήτες είχαν αναπτύξει για τη διοικητική οργάνωση του χρόνου, ιδιαίτερα για τις καλλιεργητικές υποχρεώσεις τους: Ένα διοικητικό ηλιακό ημερολόγιο και ένα σεληνιακό μηνολόγιο. Αυτό το ‘’ημερολόγιο’’, όπως αναφέρει ο Μηχανικός – ερευνητής κ. Νίκος Λεβεντάκης, είχε σε διάφορα υψώματα ηλιακά και σεληνιακά παρατηρητήρια. Έτσι, είναι πολύ πιθανών, το πανάρχαιο κυκλικό κτίσμα στο ύψωμα του ‘’Ντούσκουρι τον Βράχο’’ να ήταν αρχικώς ένα ηλιακό παρατηρητήριο ή σεληνιακό, είτε και τα δυό μαζί να αποτελούσαν Αστεροσκοπείο(2). Όπου αργότερα με την επικράτεια της Μυκηναϊκής περιόδου να διαμορφώθηκε σε τόπο λατρείας των διδύμων της Αντιόπης(3) και στα χρόνια των Δωριέων σε χώρο λατρείας των Διόσκουρων. Τούτο βέβαια μόνο οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι μπορούν να μας το βεβαιώσουν κάνοντας επίτόπιες έρευνες. Όπου και δυστυχώς αυτό το αριστουργηματικό κυκλικό μυκηναϊκό κτίσμα ακόμα δεν το έχουν επισκευτεί! Παρά μόνο οι αρχαιοκάπηλοι... καταστρέφοντας την πανάρχαια Ελληνική ιστορία!   

                                                                   ΤΕΛΟΣ

Σημειώσεις:

(1) Σε όλους τους αρχαίους χρόνους το όρος Πατέρας, δεν ήταν ένα ξεχωριστό βουνό, καθώς τούτο συνδέεται μέσω της κοιλάδας των Βιλίων με τον Κιθαιρώνα. Μέχρι και τους σύγχρονους αιώνες αυτό το βουνό, δεν είχε κάποια ιδιαίτερη ονομασία, εκτός από τις ανατολικές απολήξεις του που λεγόντουσαν στην αρχαιότητα ‘’Τρίκερι’’ και αργότερα ονομάστηκαν ‘’Κέρατα’’.  Έτσι, για την εποχή της παράδοσης, περί των διδύμων της Αντιόπης, είναι πολύ φυσικό τα παιδιά της να γεννήθηκαν και να ανατράφηκαν από τον βοσκό στο σημερινό βουνό του Πατέρα όπου εκεί βρίσκεται και ο βράχος του Ντούσκουρι.   

(2) Κατά τον κ. Ν. Λεβεντάκη πάντα, τα Μινωικά ηλιακά και σεληνιακά παρατηρητήρια (Αστεροσκοπεία) ήταν ιδιαίτεροι λατρευτικοί χώροι σε ψηλές τοποθεσίες. Δηλαδή, ήταν ως εξής οργανωμένα: οι αστρονομικές μετρήσεις γινόντουσαν μέσων κάποιων αγαλμάτων και άλλων κατασκευών που είχαν ορίσει προς τις διάφορες θέσεις του ουρανού. Πολύ πιθανών να ήταν η διάταξή τους σε κύκλο.

(3) Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός χαρακτηρίζεται από τις οχυρές κατασκευές. Οι Έλληνες μάλιστα της πρώτης χιλιετίας π.Χ. αισθάνονταν δέος βλέποντας τα ερείπια των μυκηναϊκών ακροπόλεων και άλλων τειχισμάτων ώστε απέδιδαν την κατασκευή τους στους Κύκλωπες. Από εκεί προήλθε ο χαρακτηρισμός των μυκηναϊκών τειχών ως ‘’Κυκλώπεια’’. Και το κτίσμα στο βράχο του Ντούσκουρι είναι κατασκευασμένο με κυκλώπεια τοίχοι.
Ενώ οι πηγές που διαθέτουμε για τη μυκηναϊκή θρησκεία είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα σε χώρους ιερών. Όμως οι πηγές αυτές δεν είναι χωρίς προβλήματα. Η αρχαιολογική ταύτιση ιερών χώρων και ευρημάτων (ειδωλίων, λατρευτικών σκευών), καθώς και η θρησκευτική ερμηνεία εικονογραφικών παραστάσεων εμπεριέχουν πάντοτε το στοιχείο της υποκειμενικότητας και της αβεβαιότητας, καθώς δεν υπάρχουν επιγραφές που να καθοδηγούν αυτές τις ερμηνείες. Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι οι λατρευτικές πρακτικές, τα ιερά σκεύη και σύμβολα και η θρησκευτική τέχνη των Μυκηναίων που αναπτύχθηκε υπό την έντονη επίδραση του Μινωικού Πολιτισμού σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμα και στο επίπεδο της έκφρασης να είναι εξαιρετικά δύσκολη η διάκριση του καθαρά μυκηναϊκού από το μινωικό στοιχείο. Η διάκριση της μυκηναϊκής από τη μινωική θρησκεία είναι πράγματι ένα από τα πιο ακανθώδη προβλήματα της θρησκειολογικής έρευνας του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.

ΤΟ ΜΗΚΥΝΑΪΚΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΣΤΟΝ ΒΡΑΧΟ ΤΟΥ ΝΤΟΥΣΚΟΥΡΙ (μέρος 1ον )


4ος αἰ.μ.Ὀ, Μόναχο, Γερμανία [Λεπτομέρεια: Νέμεσις καὶ Διόσκουροι].
 
 
 
Βόρεια ανατολικά των Μεγάρων στο ύψωμα του ‘’Ντούσκουρι Βράχο’’ υπάρχουν αρχαία λείψανα μεγάλου κυκλικού κτηρίου με κυκλώπεια τοιχοδομία όπου και πιθανών να παραπέμπει σε άγνωστο ιερό των Διόσκουρων(1).
Οι Διόσκουροι ήταν θεοί του φωτός και προσωποποιούσαν για τους Έλληνες την εντιμότητα, τη γενναιοψυχία, την τόλμη, την ευγένεια και την αρετή. Ήταν παιδιά του Δία και της Λήδας και αδέρφια της ωραίας Ελένης. Οι Έλληνες τους λάτρευαν και τους τιμούσαν σαν Ηλιακούς θεούς, ενώ συχνά ζητούσαν από αυτούς συμπαράσταση και βοήθεια στις δύσκολες ώρες. Ήταν λοιπόν οι προστάτες και σωτήρες των θνητών. Σύμφωνα με το μύθο, η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε δυο αβγά. Από το πρώτο γεννήθηκε η Ελένη, ενώ από το δεύτερο δύο δίδυμα αγόρια, οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Οι δυο νέοι ήταν αχώριστοι και κέρδιζαν πάντοτε το θαυμασμό και τη συμπάθεια των γύρω τους για την ευγένεια της ψυχής, το θάρρος, τη γενναιότητα και τις ικανότητές τους. Όταν ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Πειρίθου, αρχηγό των Λαπήθων, έκλεψαν την πανέμορφη Ελένη, σε ηλικία εφτά και κατ' άλλους έντεκα χρόνων, μέσα από το ναό της Ορθίας Αρτέμιδας, οι Διόσκουροι ξεκίνησαν εκστρατεία για να ελευθερώσουν την αδερφή τους. Τη νεαρή Ελένη είχε κρύψει η μητέρα του Θησέα Αίθρα στις Αφίδνες. Οι Διόσκουροι, αφού νίκησαν το βασιλιά των Αφιδνών, τον Αφίδνα, ελευθέρωσαν την αιχμάλωτη Ελένη και κατέστρεψαν την πόλη του Θησέα την Αθήνα(2).

 Συνεχίζεται…
Το αρχαίο οικοδόμημα με την κυκλώπεια τοιχοδομία.

 
Σημειώσεις:

(1) Η επωνυμία, στις νότιες δυτικές απολήξεις του όρους Πατέρα και του ξεχωριστού λόφου που σ’ ένα ύψωμά του βρίσκεται το αρχαίο οικοδόμημα με την κυκλώπεια τοιχοδομία, λέγεται από τους Μεγαρείς: ‘’ΒΡΑΧΟΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΣΚΟΥΡΙ’’. Από ετούτη την ονομασία του βραχώδους λόφου, πολλοί ήταν εκείνοι που ταύτισαν το μυκηναϊκό οικοδόμημα στο ύψωμα, με τους Διόσκουρους. Καθώς, οι Δωρικές πόλεις –κράτη, τους λάτρευαν σαν θεούς. Θα μπορούσε όμως, να ήταν και διαφορετική η αρχική χρήση του οικοδομήματος π.χ. σαν ένα μινωικό Αστεροσκοπείο (ηλιακό παρατηρητήριο). 
Πρόσφατα ο Μηχανικός – ερευνητής κ. Νίκος Λεβεντάκης έκανε μια επιστημονική ανακοίνωση -που αποτελεί πολιτισμική ανατροπή για τον αρχαίο κόσμο- στο 11ο Διεθνές Κρητολογικό Επιστημονικό Συνέδριο το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο. Μεταξύ άλλων ο κ. Λεβεντάκης σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία δήλωσε: ‘’Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονταν στο Ιδαίον για τη διοικητική οργάνωση του χρόνου φαίνεται πως με διάφορους τρόπους διαχέονταν σε όλη την Ελλάδα. Μ' αυτές σχετίζονται οι επίμονες πληροφορίες του Ομηρικού Υμνου στον Απόλλωνα, ότι το Μαντείο των Δελφών -με ηλιακό, επίσης, παρατηρητήριο- ιδρύθηκε από Κρήτες ναυτικούς. Παράλληλα, φαίνεται πως στη Βοιωτία υπήρχε σταθερός δεσμός με την Κρήτη. Έτσι εξηγούνται η φήμη του ημερολογίου της, αλλά και πολλές πληροφορίες του Ησιόδου, ιδιαίτερα για τις καλλιεργητικές υποχρεώσεις. Μάλιστα με λεπτομερή διαφοροποίηση των δεδομένων, που πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί σε εμπεδωμένη γνώση των ημερολογιακών χαρακτηριστικών, διευκρινίζεται στον Ησίοδο πως "αυτός είναι ο νόμος των πεδιάδων και όποιων κατοικούν κοντά στη θάλασσα και στα δασωμένα φαράγγια" (Εργα και Ημέρες 388-), σε αντιδιαστολή με τα ορεινά μέρη, προφανώς.’’ Και συμπλήρωσε: Από στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από ιερά σπήλαια της Κρήτης βρέθηκε ότι, όπως οι Αιγύπτιοι έτσι και οι Μινωίτες διέθεταν χωριστό ηλιακό διοικητικό ημερολόγιο. Για τις θρησκευτικές τους τελετές οι Μινωίτες χρησιμοποιούσαν, παράλληλα, και σεληνιακό μηνολόγιο, το οποίο όμως διόρθωναν ηλιακά. Ειδικότερα η καταγραφή των βασικών σταθμών της πορείας του Ηλίου, δηλαδή των ισημεριών και των ηλιοστασίων, επιτυγχανόταν με κατασκευές στην αυλή του Ιδαίου Αντρου.
Ήδη αρχαίες μαρτυρίες (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορικής) πληροφορούν ότι η αυλή του Ιδαίου θεωρούνταν το ίδιο ιερή όπως και η σπηλιά. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος λ.χ. που έκαμε ανασκαφές στο Ιδαίον, διαπίστωνε το 1956 με θαυμασμό ότι "ανοίγεται προς ανατολάς με το ευρύχωρον στόμιόν του και βλέπει προς τον ουρανόν. Μεγαλοπρεπές είναι το θέαμα του βραδέως στρεφομένου στερεώματος από του ύψους τούτου, οπόθεν οι αστέρες λάμπουν μετά στίλβης ασυνήθους…’’
Μάλιστα ο Αριστοτέλης αναφέρει: ‘’Από τους αρχαίους, τώρα, και τους πολύ παλαιότερους έχει κληροδοτηθεί στους μεταγενέστερους υπό μορφή μύθου η παράδοση ότι αυτά [δηλ.τα ουράνια σώματα] είναι θεοί [...] τα λοιπά προστέθηκαν αργότερα ως μυθολογικές περιγραφές για να εξασφαλίζεται η ευπείθεια του πολύ κόσμου και να γίνεται χρήση τους στους νόμους και προς το κοινό συμφέρον. Διότι λένε ότι οι θεοί έχουν ανθρώπινη μορφή ή είναι όμοιοι με μερικά από τα άλλα ζώα.’’(Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Λ΄, 8 (1074b)).
(βλ. πηγή: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=321689 )

 

 (2) ‘’…Ανάμεσα σ' αυτούς που σκότωσε το λιοντάρι λένε πως ήταν κι ο Εύιππος, ο γιος του βασιλιά Μεγαρέα. Ο μεγαλύτερος γιος του βασιλιά Τίμαλκος είχε ήδη σκοτωθεί από τον Θησέα, όταν εκστράτευσε στην Άφιδνα με τους Διόσκουρους. ’' (Παυσ. Α’ 41, 3)
Η Μεγαρική παράδοση ως και την εποχή του Παυσανία εξιστορούσε ότι ο πρωτότοκος γιός του βασιλιά Μεγαρέα είχε σκοτωθεί στην Αφίδνα από τον Θησέα καθώς είχε πάει μαζί με τους Διόσκουρους να ελευθερώσουν την αδελφή τους Ελένη.

Η είσοδο του πανάρχαιου κτήσματος που βλέπει την ανατολή.

 

 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Τελευταίο)



Η επιστροφή των Διοσκούρων στο πατρικό τους σπίτι. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας π. 530 π.Χ. Βατικανό, Museo Gregoriano Etrusco.




Η Μεγαρίδα χώρα υπό την εξάπλωση πλέον των Δωριέων, γνώρισε μεγάλη άνθιση στις αποικίσεις του δεύτερου Ελληνικού αποικιοκρατικού κύματος, 8ος αι. π.Χ. – 7ος αι. π.Χ.(1). Ενώ αντίθετα παρουσιάζεται συρρίκνωση της εδαφικής της κυριότητας. Στους αμέσως επόμενους αιώνες οι Δωριείς ήρθαν σε σύγκρουση με τους γείτονες τους. Όπου το κράτος της Κορίνθου κατέλαβε τις όμορες του Μεγαρικές κώμες: Οινόη, Περαία, Σχινούς, Θέρμες, Σιδούς και την Κρομμυωνία. Και επιπλέον την ίδια εποχή γίνονται πολεμικές ενέργειες από το κράτος της Αθήνας ώστε αποσπάσουν μερικώς τα εδάφη της Ελευσίνας περίπου στα μέσα του 7ου αι. π.Χ.. ‘Έτσι, στην Ελευσίνα η λατρεία της θεάς Δήμητρας, από μια τοπική αγροτική εορτή (όμοια με την λατρεία των Μεγαρέων), αποκτά ένα πανελλήνιο χαρακτήρα. Στα χρόνια του Σόλωνα (αρχές 6ου αι. π.Χ.) η Ελευσίνα προσαρτάται οριστικά στην Αθήνα και τα Ελευσίνια Μυστήρια καθιερώνονται ως Ιωνική Αθηναϊκή εορτή. Την εποχή μάλιστα του Πεισίστρατου (550-510 π.Χ.) το ιερό και η πόλη, δυτικά του λόφου, περιβάλλονται από ισχυρό τείχος με πύργους. Το ίδιο συμβαίνει και με το νησί Σκίρα (Σαλαμίνα) που το αποσπούν από τη Μεγαρική χώρα, πάλι με την παρότρυνση του Σόλωνα, οι Αθηναίοι.
Η διακοπή της λατρείας στα ανακτορικά ιερά φαίνεται ότι ώθησε προς την κατεύθυνση νέων υπαίθριων λατρευτικών κέντρων, με παράλληλη ανάπτυξη της ηρωικής λατρείας. Αυτή την περίοδο οριστικοποιούνται και οι πυρήνες των ελληνικών, μυητικών μυστηριακών λατρειών, όπως της Δήμητρας, η οποία αρχικώς είχε περιθωριακό και μη ελεγχόμενο από το κράτος χαρακτήρα. Εδώ φαίνεται καθαρά η προϊστορική πηγή της ελληνικής λατρείας στην ανάγκη ελέγχου της σοδειάς και της ετήσιας βλάστησης με τη βοήθεια συμπαθητικής μαγείας, με προσπάθεια δηλαδή να ελεγχθεί ο ημερολογιακός ή ο καθημερινός ηλιακός κύκλος μέσω συμβολικής μυθολογικής και τελετουργικής αναπαράστασής του, ή ακόμα και σε σαμανιστικές πρακτικές.
Η ολύμπια θρησκεία των Δωριέων βρήκε στη Μεγαρίδα ένα εύκολο και προσοδοφόρο έδαφος αιτία των πολλών μεμονωμένων οικισμών , κώμες (2). Ο Δίας, η Δήμητρα, ο Διόνυσος και οι Διόσκουροι αντικαθιστούν τις παλαιότερες θεότητες της Γεωμετρικής εποχής.
Στο ύψωμα του ‘’Ντούσκουρι Βράχο’’ υπάρχουν αρχαία λείψανα μεγάλου κυκλικού κτηρίου με κυκλώπεια τοιχοδομία και παραπέμπει σε ιερό των Διόσκουρων (οι Δίδυμοι δωρικοί Θεοί των Ελλήνων).  Άγνωστο στους ιστορικούς – αρχαιολογικούς κύκλους. Τα Διοσκούρεια ήταν γιορτή προς τιμή των Διοσκούρων, του Κάστορα και του Πολυδεύκη, που γινόταν σε πολλές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας με γυμνικούς αγώνες και θυσίες. Ιδιαίτερα τα γιόρταζαν με τιμές οι Δωρικές πόλεις.



Σκηνή μύησης των Διόσκουρων και του Ηρακλή στα Ελευσίνια μυστήρια (επώνυμο αγγείο), Διόνυσος-Πλούτος-Ήφαιστος
Κωδωνόσχημος κρατήρας, ύψος 51,4 εκ. διάμετρος 50,7 εκ. 380-360 π.Χ., Βρετανικό Μουσείο, F68


                                                                         


Σημείωσεις:

(1) Οι Μεγαρικές αποικίες στην Ανατολή και την Δύση ήταν το αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του εδάφους της Μεγαρίδας και που φυσικά θα πρέπει να παρουσίασε υπερπληθυσμό. Έτσι ανακούφιζαν τον υπόλοιπο πληθυσμό και αυτές χαρακτηρίζονται ως  εκούσιες αποικίες. Κατά κύριο λόγο όμως δημιουργούνταν προκειμένου να εξασφαλίσει  " το μητροπολιτικό κράτος" της Μεγαρίδας τους φυσικούς πόρους και καλές σχέσεις με ξένα κράτη.

(2) Εκτός των γνωστών πολιχνών της αρχαίας Μεγαρίδας, υπάρχουν και κάποιες ‘’άγνωστες’’ που ακόμα δεν έχουν ταυτοποιηθεί. Ίχνη σηµαντικών κομών αγρο-κτηνοτροφικού χαρακτήρα έχουν εντοπιστεί και στα δύο οροπέδια των Βαθυχωρίων . Κοντά στο εκκλησάκι του Ταξιάρχη υπάρχουν ίχνη αρχαίας οικιστικής εγκατάστασης µε αναλληµατικούς τοίχους, δεξαµενές νερού, διάσπαρτα θεµέλια τοίχων και όστρακα από τον 7ο αι π.Χ. µέχρι τον 5ο αι µ.Χ. Το εκκλησάκι είναι κτισμένο επάνω σε αρχαίο ιερό είτε ναό.
Στις δύο κοιλάδες που οριοθετούνται από τις κορυφές του Πατέρα, τον Μικρό και Μεγάλο Κρύφτη, διατηρούνται επίσης οικοδοµικά κατάλοιπα που χρονολογούνται από την Αρχαϊκή εποχή µέχρι τα νεώτερα χρόνια.  Από την παρουσία συστήµατος δεξαµενών νερού και καναλιών κυρίως στον Μεγάλο Κρύφτη φαίνεται η µέριµνα για τη περισολλογή και υδροδοσία στις κώμες και τις οχυρές θέσεις που υπάρχουν παντού.  Επίσης στη βόρεια πλευρά του Μικρού Κρύφτη βρίσκουµαι ίχνη αρχαίας αγροικίας και λίγο νοτιότερα θεµέλια τοίχων και δεξαµενή ρωµαικών χρόνων.
Οι γνωστές Μεγαρικές πολίχνες ήταν µε σημαντικότερες τις Παγές (Αλεποχώρι) τα Αιγόσθενα (Πόρτο Γερµενό) και τη Νισαία που διέθεταν ασφαλή λιµάνια και καλλιεργήσιµες εκτάσεις.  Επίσης άλλες γνωστές Μεγαρικές κώµες ήταν η Πάνορµος, η Ερένεια, ο Τριποδίσκος, η Κυνόσουρα,  η Αίγειρος, η Άρις, η Άλυκος και η Γεράνεια ενώ όλη η ορεινή περιοχή ήταν διάσπαρτη από µικρότερους οικισµούς. 


                                                                       ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 5ο)


Οι Δωριείς(1) θεσμοθέτησαν νέες αρχές στο κράτος της Μεγαρίδας, όπως και σε κάθε κράτος της αρχαίας Ελλάδας που εγκαταστάθηκαν. Έκαναν κέντρο τους τα Μέγαρα (που ίσως τότε να ονομάσθηκε η πόλις ‘’Μέγαρα’’ και το πιο πιθανόν να ήταν αιτία, οι δυο Ακροπόλεις των κρητομηκυναϊκών εποχών που κοσμούσαν το άστυ στην περιοχή της Μεγαρικής πεδιάδας). Διότι πριν την αρχαϊκή εποχή και όσο βρισκόμαστε στην περίοδο της βασιλείας, δεν υπήρξαν πόλεις, αλλά άστη, δηλαδή μεγάλοι οικισμοί (συνήθως Ακροπόλεις), που ήταν έδρα των θεσμών διοίκησης. Η πόλη ως πόλις είναι δημιούργημα της πρώιμης αρχαϊκής εποχής και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς.
Τούτο συνάδει με τα ηρώα αλλά και τα μνήματα που συγκέντρωσαν μέσα και γύρω από τη πόλη των Μεγάρων.  Οι Δωριείς συνήθιζαν να τιμούν τους νεκρούς και να στολίζουν με ποικίλους τρόπους εξωτερικά τους τάφους, με στήλες όπου σκάλιζαν επιγραφές και αναφερόταν το γενεαλογικό δέντρο του αποθανόντος, η προσφορά του προς την πατρίδα, αλλά και οι αρετές του. Υπήρχαν και ομοιώματα εκφραστικά των αποθανόντων, χαρακτηριστικά όπως ο κύων που σκαλίστηκε πάνω στον τάφο του Διογένους ή η πανάρχαια γλυπτική παράσταση στο μνήμα του Κόροιβου που τον παρουσίαζε να σκοτώνει την Ποινή(2).
Επειδή σκοπός των τάφων ήταν να διαιωνίζεται η μνήμη του αποθανόντος, λεγόταν  Μνημεία είτε Σήματα, αλλά ενδεικτικό είναι και το βουλευτήριο των Μεγάρων που ήταν κτισμένο πάνω από μνήματα ηρώων(3).
Σημαντικό στοιχείο της εποχής που εξετάζουμε είναι η χρήση της αλφαβητικής γραφής, η οποία λάμβανε χώρα ήδη από το πρώτο μισό του Η’ αιώνα, χωρίς να ξέρουμε με ακρίβεια το χρόνο εισαγωγής της, ο οποίος σύμφωνα με διάφορες θεωρίες κυμαίνεται από τον ΙΑ' ως τον Θ’ αιώνα. Οριστική απάντηση στο ζήτημα αυτό μπορεί να δοθεί μόνο μετά την ανακάλυψη κάποιου νέου στοιχείου. Σε αυτά τα πρώιμα χρονικά διαστήματα το πολίτευμα που κυριαρχούσε ήταν ένα είδος φυλετικής οργάνωσης ( Γέροντες - Αισυμνήτες).
Η ‘’αγορά’’ επίσης, αποτελούταν από τους στρατεύσιμους άνδρες, αλλά δεν ήταν επίσημα θεσμοθετημένη. Όταν έπρεπε να ληφθεί μία απόφαση για ένα κρίσιμο ζήτημα, τότε τη συγκαλούσαν οι ευγενείς. Από τα ομηρικά έπη, όπου βρίσκουμε αναφορά στη ραψωδία β, επιβίωσε ως την αρχαϊκή πόλη. Η λήψη των αποφάσεων δια βοής που ως την κλασική εποχή επέζησε στην Απέλλα της Σπάρτης. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πρόδρομες μορφές θεσμών.
Μία άλλη διαχωριστική γραμμή ήταν αυτή που χώριζε τους πολίτες από τους ξένους, τα εγχώρια μέλη μιας κοινότητας από τους παροίκους που προέρχονταν από άλλες περιοχές, οι οποίοι λίγο πολύ είχαν διαφορετική νομική προστασια. Η εξέλιξη των σχέσεων αυτών των δύο ομάδων έφτασε ως το σημείο να υπάρχουν διακρατικές συμφωνίες για ξένους την κλασική εποχή. Προστατεύονταν οι ξένοι τόσο από τη θρησκεία, καθώς ήταν ικέτες, όσο και από το δίκαιο της φιλοξενίας. Στα ομηρικά έπη είναι έντονος ο θεσμός της ξενίας, φιλίας που δημιουργείται από τη φιλοξενία, η οποία συνεπάγεται αμοιβαίες υποχρεώσεις με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.
Η κύρια διαχωριστική γραμμή βέβαια είναι αυτή που χωρίζει τους ελεύθερους από τους δούλους. Η υποδούλωση κάποιου μπορούσε να γίνει με αιχμαλωσία σε ένα πόλεμο, μετά την κατάληψη μιας πόλης ή σε μία μάχη, ή με απαγωγές από ναυτικούς. Υπήρχαν και οικογένειες δούλων (ρ320). Γενικά οι δούλοι θεωρούνταν κατώτερα όντα. Στους ίδιους αιώνες επίσης διαμορφώθηκε το σύστημα των ειλώτων και των πενεστών.
Οι ελεύθεροι ήταν κοινωνικά-οικονομικά ιεραρχημένοι. 
Πρώτα οι θήτες  που ήταν όσοι κατείχαν λίγο ή καθόλου γη.
Ακολουθούσαν οι δημιουργοί και που ήταν ειδικοί στην τέχνη τους: μεταλλουργοί, κεραμείς, ξυλουργοί, βυρσοδέψες, και εκείνοι που επεξεργάζονταν πολύτιμες ύλες. Ανάμεσά τους ήταν οι αοιδοί, οι μάντεις, ο κήρυξ και ο ιατρός. Οι θεράποντες ήταν ακόλουθοι ή βοηθοί των ευγενών ή άλλων ισχυρών προσώπων. Ήταν ηνίοχοί τους, συμμετείχαν στα συμπόσια και ήταν και οι ίδιοι επιφανούς καταγωγής. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, ήταν γεωργοί και χρησιμοποιούσαν το εισόδημά τους για τον οπλισμό, που αποκτούσαν με δικά τους έξοδα, και τη συντήρηση της οικογένειάς τους. Οι ευγενείς ήταν μία μικρή ομάδα ατόμων που αναλάμβαναν τη διακυβέρνηση τα, είχαν υπό την κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης, αλλά είχαν έσοδα και από άλλες δραστηριότητες.

Συνεχείζεται….


Σημειώσεις:

(1) Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά της Πίνδου. Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, καθώς διέθεταν όπλα από σίδηρο, που ήταν ανώτερα από τα χάλκινα των Μυκηναίων. Νεώτερες όμως μελέτες συνδυάζουν την έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων που να συνηγορούν σε μια τέτοια βίαιη εισβολή και γλωσσολογικών στοιχείων από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, και αμφισβητούν έντονα την εκδοχή αυτή. Η μετακίνησή τους αυτή, που είναι γνωστή ως "Κάθοδος των Δωριέων", παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σκοτεινότερα σημεία της ελληνικής ιστορίας. Η ονομασία Δωριεύς παραπέμπει σε ξυλοκόπο. Διότι η κατάληξη σε –εύς, ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια σημαίνει ασχολία, επάγγελμα (π.χ. χαλκεύς), ενώ η ρίζα δωρ– συγγενεύοντας με τη λέξη δόρυ/δoύρυ, τόσο στις πινακίδες όσο και στον Όμηρο σημαίνει ξύλο (πρβλ. ‘’δούρειος ίππος’’). Η δε εναλλαγή τoυ ο με oυ ή με ω, ανάλογα με τη διάλεκτο, δεν είναι ασυνήθης (π.χ. αττ. κόρος, ιωv. κούρος, δωρ. κώρος, βουλή – βωλά, βους – βως, δούλος – δώλος κ.ά.). Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη σύνθετων ονομάτων, όπως Δωρικλής και Δωρίμαχoς.
Μετά τα παραπάνω, ως δηλωτικό ασχολίας το πιο πιθανόν είναι το Δωριεύς να σημαίνει ξυλοκόπος. Οι ξυλοκόποι, ζώντας στα βουνά και αποκομμένοι από τον πολιτισμό, ομιλούν διάλεκτο λιγότερο εξελιγμένη, αρχαϊκή. Με τον καιρό ίσως η σημασία του Δωριεύς να διευρύνθηκε υπονοώντας τον άξεστο χωρικό, όπως η λέξη ‘’βλάχος’’ στη σημερινή καθομιλουμένη που από εθνικό κατέληξε να σημαίνει το χωρίς τρόπους άτομο. Αυτοί λοιπόν οι άξεστοι ξυλοκόποι, με την κατάρρευση του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος, βρήκαν την ευκαιρία να επιστρέψουν στις κοιτίδες τους. Με την ερμηνεία των Δωριέων ως ξυλοκόπων φαίνεται να συμφωνεί και ο μύθος του τελευταίου βασιλιά της Αθήνας, του Κόδρου, ο οποίος για να σώσει την πόλη του από τους εισβολείς Δωριείς, διείσδυσε λάθρα στο στρατόπεδό τους μεταμφιεσμένος σε ξυλοκόπο, δηλαδή σε έναν από αυτούς, σε Δωριέα.


(2) (Παυσ. Α’, 43.7) ‘’Οι Μεγαρείς έχουν τάφο του Κοροίβου[...] Ο τάφος του Κοροίβου είναι στην αγορά των Μεγάρων. Ελεγειακοί στίχοι έχουν γραφτεί γι' αυτόν που ιστορούν τα σχετικά με την 'Εαμάθη και τον ίδιο τον Κόροιβο. Πάνω στον τάφο είναι τοποθετημένη γλυπτή παράσταση που τον παρουσιάζει να σκοτώνει την Ποινή. Απ' ότι είδα ξέρω πως αυτά είναι τα αρχαιότερα λίθινα αγάλματα που υπάρχουν στην Ελλάδα’’.

(3) (Παυσ. Α’, 43.3) ‘’Τάφοι υπάρχουν και μέσα στην πόλη των Μεγάρων. Στον ένα έχουν θάψει τους νεκρούς από την εκστρατεία των Μήδων και το άλλο, το λεγόμενο Αισύμνιο μνήμα, ανήκει και αυτό σε ήρωες[...]Επειδή νόμισαν ότι αυτός ο χρησμός αναφερόταν στους νεκρούς, έχτισαν το βουλευτήριο τους εκεί, για να περικλείει το βουλευτήριο και τον τάφο των ηρώων.’’



ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 4ο)


Στα πρώτα κείμενα της μετάβασης προς την ιστορική περίοδο της αρχαίας 
Ελλάδας δηλαδή, στα ομηρικά έπη, η Μεγαρίδα δεν εμφανίζεται να λαμβάνει μέρος όπως οι περισσότερες ελληνικές ''χώρες". Τούτο είναι ένας γρίφος και μια πολύ μπλεγμένη ιστορία. Και αν παρακολουθήσουμε τους ‘’αναλυτικούς’’ θα διαπιστώσουμε πως το μπλέξιμο είναι μεγαλύτερο με τις διασκευές και τις επεκτάσεις που παρουσίασαν αυτά τα έπη. Διότι η παρουσία κάποιων αντιφάσεων, λογικών κενών ή χασμάτων στα κείμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας οδήγησε στην υπόθεση ότι τα σωζόμενα κείμενα δεν είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις αλλά συνένωση περισσοτέρων έργων(1).
Καθώς ακόμα και από την αρχαία εποχή υπάρχουν ιστορικές αναφορές ότι τα ομηρικά κείμενα υπέστηκαν τροποποιήσεις: ( Στράβων στα Γεωγραφικά Θ’, κεφ. 1 στ. 10)  αναφέρει πως στον τρωικό πόλεμο έλαβαν μέρος οι Μεγαρικές κώμες: ‘’…Αἰγειρούσσης  Νισαίης τε Τριπόδων τε…’’ και  ( Διογένη Λαέρ. Α, β, 57.) ‘’…Τά τε Ὁμήρου ἐξ ὑποβολῆς γέγραφε ῥαψῳδεῖσθαι, οἷον ὅπου ὁ πρῶτος ἔληξεν, ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι τὸν ἐχόμενον. Μᾶλλον οὖν Σόλων Ὄμηρον ἐφώτισεν ἢ Πεισίστρατος, ὥς φησι Διευχίδας ἐν πέμπτῳ Μεγαρικῶν…’’
Ο Διογένης ο Λαέρτιος λοιπόν, καταθέτει πως στο πέμπτο βιβλίο των ΜΕΓΑΡΙΚΩΝ, ο ιστορικός Διευχίδας είχε μαζέψει από όλους τους αρχαίους συγγραφείς τις κατηγορίες που στρέφονταν κατά των Αθηναίων. Επί Σόλωνα και αργότερα επί του Πεισίστρατου και των γιών αυτού, ώστε πλαστογράφησαν έτσι τα μέρη εκείνα που έδιναν τις μαρτυρίες για τους Δωριείς -βλ. Σπάρτη, Μέγαρα, Άργος κ.α.-  . Με στόχο την ανάγκη που είχαν το να βρεθεί μια ιδεολογία όπου στην οποία έπρεπε να στηριχθούν για να οργανώσουν το νέο κράτος της Αθήνας. Από αυτή την βασική αιτία άρχισε η “παραποίηση” των ομηρικών επών.
Τούτο το ιστορικό μπλέξιμο, όπου και οι σύγχρονοι ιστορικοί βεβαιώνουν(2) πιθανόν, μόνο ο χρόνος και με τις όποιες καινούργιες ανακαλύψεις/έρευνες θα μπορεί πλέον να το διαλευκάνει…
Στους ύστερους Γεωμετρικούς χρόνους, επί Δωριέων πρωτεύουσα (πόλη) της Μεγαρίδας,  γίνονται τα Μέγαρα,  που είναι κτισμένα πάνω σε δύο χαµηλούς λόφους (Αλκάθοου και Καρίας).
Η πόλη, όπως την εννοούμε σήμερα, είναι δημιούργημα της πρώιμης αρχαϊκής εποχής και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς. Ήταν μία μακρά διαδικασία που ξεκίνησε στα μέσα του 10ου π.Χ. αι. και ολοκληρώθηκε το α’ μισό του 7ου π.Χ. αιώνα, όταν σχεδόν σε όλο τον ελληνικό κόσμο δεν υπήρχαν βασιλείς και ταυτίζεται με τους Δωριείς.
Διότι η αμέσως επόμενη εξέλιξη ήταν η κατάργηση της βασιλείας από τους ευγενείς. Καθώς οι ευγενείς είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, οπότε στον κατάλληλο χρόνο μπόρεσαν να αμφισβητήσουν τη βασιλεία. Η ενέργειά τους ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δύο παραγόντων: αφ’ ενός της εξασθένησης της βασιλείας και αφ’ ετέρου την ισχύ των ίδιων, αφού είχαν μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση των κοινών και στον πόλεμο. Οπότε ανέλαβαν οι γέροντες (ευγενείς -Αισυμνήτες), όπου βέβαια επί βασιλέων υπήρξαν και κάποιες εγγενείς αρμοδιότητες στο αξίωμά τους: ήταν αρχηγοί του στρατού είχαν ιερατικά καθήκοντα, απευθυνόμενοι εξ ονόματος της κοινότητας σε υπερβατικές δυνάμεις είχαν δικαστικά καθήκοντα Στη διοίκηση των κοινών ζητημάτων βοηθιόνταν από ένα συμβούλιο ευγενών. Στα ομηρικά έπη ονομαζόταν γέροντες, απ’ όπου προήλθε και η γερουσία στη Σπάρτη. Ο βασιλιάς των ομηρικών επών, συνομιλεί και συναποφασίζει με τους γέροντες για τα δημόσια θέματα.
Ενώ μια Μεγαρική παράδοση που αναφέρει ο Παυσανίας έλεγε για την μετάβαση από την βασιλεία στους Αισυμνήτες : (Παυσ. Α’  43,3.) Οι Μεγαρείς, μετά το φόνο του βασιλιά Υπερίονα, έλαβαν την απόφαση να μην επιτρέψουν πια σε έναν μόνο να διήκει  τη χώρα τους, αλλά οι αποφάσεις για τα κοινά, να προέρχονται από τους εκλεγμένους άρχοντες της Μεγαρίδας. Μάλιστα έστειλαν και στο μαντείο αντιπροσωπία υπό τον Αίσυμνο (τον πιο σεβαστό σε όλους τους Μεγαρείς), για να ρωτήσουν το θεό με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να ευημερήσουν.  Το μαντείο απάντησε ότι θα ευημερήσουν αν οι αποφάσεις για τα συμφέροντα της χώρας τους ήταν προϊόν του αποτελέσματος της πλειοψηφίας.
Οι Μεγαρείς, συνεχίζει η παράδοση, δέχτηκαν το χρησμό και αποφάνθηκαν ότι θα πρέπει να συμμετάσχουν και οι νεκροί ήρωες. Τότε έφτιαξαν κτίσμα συμβουλίου/Βουλευτηρίου (δηλαδή ένα υποτυπώδες σύστημα πρώιμης Βουλής, μια οι άρχοντες των Μεγάρων αντιπροσώπευαν και τις πολίχνες της Μεγαρίδας χώρας), έτσι ώστε ο τάφος, των ηρώων τους, ήταν μέσα σε αυτό το κτίσμα. Και εκεί λάμβαναν τις όποιες σημαντικές αποφάσεις για την χώρα από κοινού. 

Συνεχείζεται…

Σημειώσεις:

(1) Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ονομάστηκαν ‘’αναλυτικοί’’ και οι απόψεις του μπορούν να διαιρεθούν σε επιμέρους τάσεις. Για την Ιλιάδα, μία από τις αναλυτικές θεωρίες ήταν η θεωρία της επέκτασης, που υποστηρίχθηκε κυρίως από τον Gottfried Hermann (1772-1848): σύμφωνα με αυτή, υπήρχε ένα παλαιό κείμενο, μια αρχική Ιλιάδα, που σταδιακά επεκτάθηκε και πήρε τη σημερινή μορφή. Η θεωρία των ασμάτων, που αναπτύχθηκε από τον Karl Lachmann, θεωρούσε την Ιλιάδα συνένωση μικρότερων επικών ασμάτων (ο Lachmann εντόπιζε περίπου δεκαέξι άσματα). Συγγενική ήταν η θεωρία της συγκόλλησης, με βασικό εκπρόσωπο τον A. Kirchhoff, κατά τον οποίο η Ιλιάδα δημιουργήθηκε από συνένωση μικρότερων επών. Ο ίδιος επιχείρησε ανάλογη ανάλυση και για την Οδύσσεια, για την οποία διατυπώθηκε και μια άλλη άποψη, η θεωρία του διασκευαστή, δηλαδή η άποψη ότι υπήρχε μια αρχική Οδύσσεια που επεκτάθηκε στη συνέχεια με προσθήκες ενός διασκευαστή που υστερούσε σε ποιητική αξία από τον ποιητή του αρχικού έργου.

(2) βλ. Γιάννης Κ. Κορδάτος, ’’ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ’’ (Μέρος 5)





Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 3ο)


Η Κάθοδος των Ηρακλειδών, αν και είναι μια ιστορία μπλεγμένη με πολλούς μύθους, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα ιστορικό γεγονός, γιατί όλη η πραγματική κατάσταση της Ελλάδας, την οποία διαπιστώνουμε τους πρώτους ιστορικούς χρόνους (Γεωμετρική περίοδο), είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τις παραδόσεις για την Κάθοδο των Ηρακλειδών.
Η Γεωμετρική περίοδο σηματοδοτείται από την ευρεία χρήση του σιδήρου και την αλλαγή στην τεχνοτροπία της κεραμικής, γεγονότα που τοποθετούνται περί το 1300-1050π.Χ., οπότε τελειώνει και η υπομυκηναϊκή περίοδος.
Όσο κι αν ο μύθος και η παράδοση δεν αποτελούν ιστορία, άλλο τόσο δεν μπορεί να αποκλειστεί ο απόηχος κάποιου ιστορικού γεγονότος στον μύθο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (ΙΧ 27) οι Δωριείς, τμήμα κάποτε του μυκηναϊκού κόσμου, αυτοεξορίστηκαν προκειμένου να γλιτώσουν από την τυραννία των Μυκηναίων (‘’φεύγοντες δoυλoσύvηv πρoς Μηκηvαίωv’’). Ώστε η παράδοση που αναφέρεται για την επιστροφή των Ηρακλειδών έτσι να γίνεται πιο κατανοητή. Άλλωστε, έχει γίνει αποδεκτό ότι η λεγόμενη ‘’Πρωτο–δωρική’’ είναι μία από τις διαλέκτους της Μυκηναϊκής Ελληνικής, η οποία έχει θεωρηθεί ως κοινωνικά κατώτερη, όπου μιλιόταν εκτός ανακτορικού περιβάλλοντος και γι’ αυτό δεν γραφόταν στις πινακίδες. Επίσης, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, οι Δωριείς επέστρεψαν ‘’κατίovτες’’, κατερχόμενοι. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να είχαν καταφύγει σε ψηλά μέρη, σε βουνά, όπου ένιωθαν μεγαλύτερη ασφάλεια και προστασία από τους κατατρεγμούς και τις διώξεις.
Από εκεί ξεκίνησε η λεγόμενη "Κάθοδος των Δωριέων" στα τέλη περίπου του 13ου αιώνα π.Χ., που αποτέλεσε ιστορικό γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, και είχε το χαρακτήρα εγκατάστασης ενός λαού σε πιο εύφορα και προσοδοφόρα εδάφη. Οι μετακινήσεις αυτές γίνονταν κατά μικρές ομάδες σε μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν έλαβαν τέλος τότε φάνηκε το αθροιστικό τους αποτέλεσμα. Οι ακριβείς βέβαια συνθήκες της μετακίνησής τους παραμένουν άγνωστες μέχρι σήμερα.
Σε αυτή τη χρονική περίοδο τη μετάβαση -από τον μύθο προς στην ιστορία- έρχεται ο μύθος του ήρωα Κόροιβου να συνδεθεί έμμεσα με τον την μετακίνηση των Δωριέων στη Μεγαρίδα. Καθώς το κέντρο της (Μέγαρα) με τις Ακροπόλεις (Αλκάθοου – Καριας) θα πρέπει να διοικούνταν ακόμη από τους τελευταίους άνακτες Μυκηναίους. Έτσι, γίνεται προφανής ο στόχος των Δωριέων που ήταν ο έλεγχος των τριών μεγάλων δρόµων όπου ένωναν τη Θήβα και τα Μέγαρα µε την Πελοπόννησο ώστε με την απομόνωση αυτή να καμφθούν και να υποταχθούν τα Μέγαρα στους Δωριείς. Καθώς οι περισσότερες δυτικές πόλεις και κώμες της Μεγαρίδας είχαν ήδη καταλειφθεί και κάποιες από αυτές καταστράφηκαν ολοσχερώς (ενδείξεις αρχαίων οικισµών νεκροταφείων και ιερών που χρονολογούνται πριν από τη γεωμετρική περίοδο έχουν εντοπιστεί δυτικά του λόφου των Παγών ανάµεσα στις υπώρειες των Γερανείων και την ακτή ). Ενώ αρκετές υποτάχθηκαν ώστε συνέχισαν να υπάρχουν στην ιστορική ροή, όπως αυτές ήταν η Αίγειρος, η Άρις, και η Γεράνεια ( στη θέση Μπούρι η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε ερείπια υπαίθριου ιερού των ύστερων Γεωμετρικών χρόνων αφιερωμένου σε θεά γονιμότητας. Στον αποθέτη του ιερού βρέθηκαν εκατοντάδες µικρών αβαφών ληκύθων για χοές που υποδηλώνουν λαϊκή λατρεία και κατά τον 6ο π.Χ. αι.  Το ιερό ανήκε πιθανότατα σε κάποια από τις περιοικίδες κώµες των Παγών και να εγκαταλείφθηκε αφού αυτές δεν επιβίωσαν πέραν του 4ου π.Χ. αι.).

Συνεχίζεται…


Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 2ο)


Ένα από τα σπήλαια της Κακιάς Σκάλας που ερεύνησε ο Αυστριακό Μάρκοβιτς και έφερε στην επιφάνια τα παλαιολιθικά ευρήματα.  




Ή μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων στη Μεγαρίδα αποδεικνύεται από την ύπαρξη των παλαιολιθικών ευρημάτων που έδειχναν -από τους προϊστορικούς αθρώπους- την  εκμεταλλεύση των φυσικών πόρων της περιοχής. Ή πρώτη συστηματική έρευνα για τον παλαιολιθικό πολιτισμό στην δυτική Αττική είχε γίνει από τον Αυστριακό Μάρκοβιτς στην Κακιά Σκάλα, που βρήκε πολλά αντικείμενα, ώστε αποδεικνύουν μια μεγάλη χρονική ανθρώπινη κινητικότατα στην παλαιολιθική και στην μεσολιθική εποχή.  Αλλά αυτά τα ευρήματα δεν είδαν ποτέ το φώς της δημοσιότητας, ούτε είναι γνωστό τί απέγιναν...
Η μετάβαση από την παλαιολιθική στη μεσολιθική που τοποθετείται στην περίοδο 12000-5000 π.Χ., αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία του ανθρώπου πάνω στη Γη. Διότι στη διάρκειά της εμφανίστηκε μια απότομη αλλαγή στο γήινο κλίμα, πράγμα που επηρέασε όλη την πανίδα και χλωρίδα και ανάγκασε τον άνθρωπο να αλλάξει τρόπο ζωής και συνήθειες. Η αιτία της αλλαγής αυτής πιθανολογείτε πως ήταν η υποχώρηση των τελευταίων παγετώνων. Ώστε με το λιώσιμο των πάγων το κλίμα έγινε θερμότερο. Έτσι οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπήλαια και εγκαταστάθηκαν σε υπαίθριες κατασκηνώσεις. Το ανθρώπινο είδος κινδύνεψε να εξαφανιστεί στο σύνολό του κατά την εποχή αυτή. Όμως, η ανθρώπινη επινοητικότητα έδωσε τη λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης με τη συλλογή καρπών και την εξημέρωση των ζώων που βοήθησαν τον άνθρωπο να αλλάξει τρόπο ζωής και να γίνει από κυνηγός βοσκός και καλλιεργητής, γεγονός που σήμανε την αρχή της νεολιθικής εποχής.
Ένα μεγάλο κενό ανάμεσα στην προϊστορία και στα πρώτα ιστορικά χρόνια δεν καλύπτεται αρκετά από όσα ως σήμερα έχει στη διάθεσή της η ιστορική επιστήμη (παραδόσεις, κείμενα, ευρήματα). Καθώς οδηγηθήκαμε στην εποχή του χαλκού.
Η χαλκολιθική εποχή, δηλαδή η μεταβατική φάση μεταξύ της νεολιθικής και της εποχής του χαλκού, κατά την οποία οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν το χαλκό και να κατασκευάζουν παράλληλα με τα λίθινα εργαλεία και τα πρώτα χάλκινα αντικείμενα. Σε αρκετές όμως περιοχές συμπίπτει με τις τελευταίες φάσεις της νεολιθικής και βέβαια ποικίλλει χρονολογικά από περιοχή σε περιοχή. Όπως συμπίπτει η συνέχιση της ανθρώπινης παρουσίας στη Μεγαρίδα με τα παλαιολιθικά ευρήματα από τον Αυστριακό Μάρκοβιτς στην Κακιά Σκάλα, 
καθώς με τα νεολιθικά και τα ευρήματα της χαλκολιθικής εποχής του λόφου Παλαιόκαστρου που παρουσιάζουν αυτή τη συνέχιση της μεταβατικής φάσης προς την εποχή του χαλκού. Επίσης στις Ακρόπολεις Αλκάθοου και της Καριάς ανακαλύφτηκαν λείψανα της κρητομυκηναϊκής περιόδου ή της ύστερης εποχής του χαλκού (1600 - 1150 π.Χ. 
Και, σύμφωνα τώρα με τον Κώστα Τριανταφυλλίδη Γενετιστή τού Τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το DNA των Ελλήνων έχει 20% με 25% Νεολιθική προέλευση και 80% με 85% Παλαιολιθική προέλευση. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες πού ζουν σήμερα στην Ελλάδα και φυσικά στην Μεγαρίδα έχουν Παλαιολιθική προέλευση. 
Στη μέση χαλκοκρατία υπήρξαν πολλοί οικισμοί στην ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά κανένα αξιόλογο κέντρο. Φαίνεται ότι οι πληθυσμοί κατοίκησαν στα παράλια, ενώ το εσωτερικό της Ελλάδος δείχνει να ‘’αδειάζει’’.
Η χαλκοκρατία χαρακτηρίζεται από μια κλειστή αγροτική οικονομία με κάποια μικρή ανάπτυξη στις εμπορικές συναλλαγές. Ενώ στις τελευταίες φάσεις της χαλκολιθικής εποχής η κοινωνία της γίνεται περισσότερο εμπορική και πολεμική. Γενικά ολόκληρη η εποχή χαρακτηρίζεται από μεγάλη κινητικότητα, καινοτομίες, διεύρυνση των επικοινωνιών και των αλληλεπιδράσεων, άνοιγμα νέων οριζόντων, που γενικεύονται στη διάδοχη εποχή του χαλκού. Η εποχή του χαλκού στην Ελλάδα κορυφώνεται με τον κρητομυκηναϊκό πολιτισμό. 
Η συσχέτιση Κάρες και Κρήτες, από τους σύγχρονους ιστορικούς δεν θα πρέπει να αφήσει αδιάφορο κανέναν μελετητή ιδιαίτερα προς την Μεγαρίδα χώρα.
Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι όταν οι Αθηναίοι ‘’καθάριζαν’’ τη Δήλο, απομακρύνοντας όλους τους θαμμένους σ’ αυτήν νεκρούς, διαπίστωσαν πως οι περισσότεροι ήταν Κάρες.
Η αναφορά, μάλιστα, αυτή γίνεται σχεδόν από όλους τους αρχαίους συγγραφείς και σε αρκετά έργα. Καθώς οι παραδόσεις και οι συγγραφείς μνημονεύουν, τους Πελασγούς, Κάρες, Λέλεγες, Κρήτες και άλλους στην θαλασσοκρατία του Αιγαίου. 
Οι Πελασγοί επί δεκαετίες συνιστούσαν ένα μεγάλο πρόβλημα. Άλλοι υπέθεταν ότι το όνομα ήταν γενικό και κάλυπτε διάφορα ελληνικά έθνη. Ορισμένοι τους έβλεπαν ως μεσογειακό λαό, που κατοικούσε όλα τα παράλια του Ευξείνου ή τουλάχιστον τα δυτικά κτλ. Σήμερα ωστόσο οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν ότι το όνομα συνδέεται με ένα ελληνικό φύλο, ο επώνυμος ήρωας του οποίου σχετίζεται με την Αρκαδία (είτε ήταν πατέρας του Λυκάονα, προγόνου του Αρκάδα, είτε ήταν γεννημένος από τη γη, δηλαδή ‘’αυτόχθονας’’). Παράλληλα, ο Πελασγός σχετίζεται και με τη Θεσσαλία και ήταν αδελφός του Αχαιού και του Φθίου, επωνύμων ηρώων των αντίστοιχων ελληνικών φύλων.
Οι πρώτοι Αχαιοί κατοίκησαν την Φθιώτιδα Αχαΐας, ενώ ενδέχεται να ζούσαν και στην Αθαμανία, στην Πελοπόννησο, και σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Η διασπορά τους σ’ όλο τον ελληνικό χώρο είναι η αιτία που το όνομά τους επιβάλλεται στην πρώτη επική ποίηση ως γενική επωνυμία των φύλων της Ελλάδας. Οι μετακινήσεις δε προς το νότο συμπαρασύρουν τους Λέλεγες στη Λοκρίδα, και κατόπιν στη Μεγαρίδα. Και η συσχέτισή τους με τους Κάρες, από τους σημερινούς μελετητές, είναι πλέον δεδομένη.
Μέσα λοιπόν στη ροή της παράδοσης βρισκόμαστε στα όρια του μυθικού κόσμου και της εμφάνισης των Δωριέων - Ηρακλείδες με την ολύμπια θρησκεία.
Αυτή η "ολυμπιακή" θρησκεία που θα επικρατήσει προοδευτικά, αλλά το παλαιό μινωικό υπόστρωμα, συνδεδεμένο με τη λατρεία της γονιμότητας, θα υποβόσκει πάντοτε, έτοιμο να εκδηλωθεί όταν πρόκειται για μυστηριακές χθόνιες λατρείες, ή λατρείες συνδεδεμένες με τοπικά, παμπάλαια, προελληνικά έθιμα όπως ήταν τα Ελευσίνια Μυστήρια, οι εορτές προς τιμή της Άρτεμης, του Διονύσου, της Αφροδίτης και άλλων θεών που συνδέονται με τη γονιμότητα.
Οι Δωριείς ήταν ορεσίβιοι και συγκεκριμένα ζούσαν στην Φωκίδα, εκεί όπου σήμερα υπάρχει ή περιοχή της Δωρίδας. Πολέμησαν τούς πελοποννησίους ήδη από το 1300π.Χ. Ό Ηρόδοτος τούς λέγει Μακεδνούς (Μακεδόνες = ψηλοί ). Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες έλεγαν ότι πρόγονοι αυτών κατέβηκαν στην Λακωνία περί το 1100π.Χ. αλλά δεν ήταν παραπάνω από 2000 άνδρες. Στο πλαίσιο όμως τού παλαιού καθεστώτος, στρατολογήθηκαν από αντιμαχόμενους Αχαιούς πρίγκιπες, αφού ήταν ομόφυλοι. Το ότι ήσαν φοβεροί πολεμιστές με τα σιδηρά όπλα δεν ήταν μύθος. Ευρήματα από το 1700-1200π.Χ. στην Κρήτη, στην Κύπρο και στην Περατή της Αττικής αποδεικνύουν τού λόγου το αληθές.
Ό Θουκυδίδης και ό Πλάτων συμφωνούν και βεβαιώνουν ότι οι Ηρακλείδες ανάκτησαν τες τις πατρίδες από τις οποίες είχαν εξωθεί. Ό Πλάτων αφού αιτιολογεί ποιοι ήταν οι Ηρακλείδες, εξηγεί ότι οι επιστρέψαντες εις την Πελοπόννησο και μετέβαλαν όνομα, Δωριείς αντί Αχαιών κληθέντες, το ίδιο λέγει και ό Ηρόδοτος. Ό Πίνδαρος αποκαλεί τούς Σπαρτιάτες εγγονούς Ηρακλειδών. Οι Δωριείς απόγονοι τού Δώρου εκ τού Έλληνος, εγγονοί τού Δευκαλίωνος.

Συνεχίζεται….

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 1ο)





Η Μεγαρίδα χώρα ήταν γνωστή από την προϊστορία, υπάρχει η αρχαία γραμματεία  που μας δίνει πλούσιες αναφορές για την χώρα την εποχή εκείνη. Οι πρώτοι οργανωμένοι πληθυσμοί που κατοίκησαν την περιοχή θα πρέπει να λογιστούν οι Πελασγοί, οι Λέλεγες και οι Κάρες που θεωρούνται πανάρχαια ελληνικά φύλα. Τούτο το αποδεικνύει μια σειρά από βασιλείς, με ελληνικά ονόματα που αναφέρονται στη Μεγαρική παράδοση κατά την προϊστορική εκείνη περίοδο όπως είναι οι: Κάρ, Λέλεξ, Κλήσων, Πύλας, Σκίρων. Ενώ οι Ακροπόλεις των Μεγάρων φέρουν ακόμα τα ονόματα των πρώτων οικιστών, ( Καρία και  Αλκάθοου).  
Ο Φιλίππου εκ Συαγγέλων, συγγραφέας του 1ου αι. π.Χ., αναφέρει ότι οι Λέλεγες ήταν δούλοι των Καρών, όπως οι είλωτες των Σπαρτιατών και οι πενέστες των Θεσσαλών. Από την πληροφορία αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Καρίας, οι οποίοι στη συνέχεια υποτάχθηκαν στους Κάρες και έγιναν δούλοι τους. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε πως οι Λέλεγες, οι οποίοι θεωρούνται μαζί με τους Πελασγούς από τους αρχαιοτέρους κατοίκους της Ελλάδος, ταυτίζονται άμεσα μαζί τους. Η ταύτιση αυτή έχει επιβιώσει στη συνείδηση των Ελλήνων, οι οποίοι, όπως παρατηρεί η Άννα Δημητρίου στο βιβλίο της ‘’ΠΕΛΑΣΓΟΙ’’, ονομάζουν τα πουλιά Πελαργούς (δηλ. Πελασγούς) και Λέλεκες (δηλ. Λέλεγες).
Οι Κάρες και οι Λέλεγες αναφέρει πάλι ο Ηρόδοτος (Α, 171) πως είναι το ίδιο φύλο.
Ενώ σαν σημαντικότερα κέντρα Λελέγων αναφέρονται στην Μ. Ασία, Κυκλάδες, Αιτωλία, Ακαρνανία, Μεγαρίδα (στα οποία λέγεται ότι έφθασαν οι Λέλεγες από τη Σπάρτη ή κατά μια άλλη παράδοση από την Αίγυπτο, ενώ κατά τις νεότερες μελέτες φαίνεται να ήρθαν από τη Λοκρίδα), Λοκρίδα και προπάντων στην Λακεδαίμονα, η οποία μάλιστα λεγόταν και Λελεγία και οι εκεί Λέλεγες κάτοικοι λογίζονταν αυτόχθονες.
Στη συνέχεια η Μεγαρίδα κατοικήθηκε από Αχαιούς - Μυκηναίους, με αρχηγό πιθανόν τον Μεγαρέα, όπως μαρτυρούν οι αρχαίοι συγγραφείς.
Επί του άνακτος Μεγαρέα, η Μεγαρίδα χώρα καταλάμβανε όλο το δυτικό κομμάτι της Αττικής. Φαίνεται, δηλαδή ότι υπήρξε ένα ‘’οργανωμένο’’ κράτος με αρκετές αυτοδιοικούμενες πολίχνες.
Διότι στον Μυκηναϊκό πολιτισμό ο ανώτατος άρχοντας ενός μυκηναϊκού βασιλείου ήταν ο wa-na-ka (άναξ). Η εξουσία του δεν στηρίζονταν σε προσωποπαγές δίκαιο και δυναστικές γενεαλογίες, αλλά στην ικανότητά του να ρυθμίζει την αναδιανομή των προϊόντων και των υπηρεσιών στα όρια της επικράτειας του. Ενώ ο τίτλος qa-si-re-u (βασιλεύς) που υπήρχε στα μυκηναϊκά κράτη και, που η ακριβής έννοιά του όμως είναι ασαφής, οπωσδήποτε δεν δηλώνει τον ανώτατο άρχοντα. Τούτο θα το κατανοήσουμε καλύτερα εάν μελετήσουμε τους  qa-si-re-u (βασιλιάδες) που ήταν περισσότεροι από ένας στην Πύλο και ασχολούνταν, σε μια περίπτωση, με την επιστασία χαλκουργών. Πιθανόν να είχαν και θρησκευτικά καθήκοντα, όπως ο άρχων βασιλεύς στην Κλασική Περίοδο, καθώς και τα καθήκοντα ενός τοπικού άρχοντα.
Πολλές αρχαίες πηγές αναφέρουν ως Μεγαρικές κτίσεις τις πόλεις:  Πάγες (σημερινό Αλεποχώρι),  Αιγιρούσες,  Άρις, Οινόη, Περαία, Σχινούς, Θέρμες, Σιδούς, Κρομμυωνία,  Άλυκος,  Τριποδίσκη και άλλες κώμες που ήταν μέσα στα δυτικά εδάφη της και που τα όρια έφθαναν έως τον Ισθμό. Ενώ βόρεια ήταν η Ρους, η Πάνορμος, τα Αιγόσθενα, η Ερένεια κ.α. Νότια ήταν η Νισαία και το νησί Σκίρας - Σαλαμίνα (1)..  Ακόμη θα πρέπει να τονισθεί ότι η Ελευσίνα(2) ήταν μέσα στην επικράτειά της.
Κάποιες δε από αυτές τις πόλεις διοικούντο από τον qa-si-re-u βασιλιά. Καθώς ως γνωστοί, πάλι από την αρχαία παράδοση, ‘’περιφερειακοί’’  βασιλιάδες, αναφέρονται ότι ήταν: Στις Παγές ο Τηρέας, στην Ελευσίνα ο Διοκλής, και στη Σκίρα ο Σκίρωνας και κατόπιν ο εγγονός του(από θυγατέρα), ο Τελαμώνας.

 

Συνεχίζεται….

 

Σημειώσεις:

 
(1) Για πληροφορίες περί της νήσου Σκίρας: http://tamegara.blogspot.gr/2012/11/blog-post_9.html

(2) Οι πολεμικές εξορμήσεις του Θησέα κατά της Ελευσίνας (όπως αναφέρουν οι Αθηναϊκοί μύθοι), ο Μεγαρέας ήρωας Διοκλής που η αρχαία γραμματεία τον συγκαταλέγει ανάμεσα στους 4 ή 6 βασιλιάδες της Ελευσίνας δηλώνουν σαφέστατα πως η Ελευσίνα τους Μυκηναϊκούς χρόνους βρισκόταν στην εδαφική και διοικητική επικράτεια της Μεγαρίδας χώρας.

     

Πηγές:
Κ. Δημακοπούλου (επιμ.), Ο Μυκηναϊκός Κόσμος. Πέντε αιώνες πρώιμου ελληνικού πολιτισμού. 1600-1100 π.Χ., Αθήνα 1988
Ντ. Βασιλικού, Μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ.152, Αθήνα 1995
O.T.P.K. Dickinson, Η προέλευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, μετάφραση Αθ. Παπαδόπουλος, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα: Αθήνα 1999