Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

1683 -1715 μ. Χ. Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ






Η πόλις των Μεγάρων εκείνους τους χρόνους, των Ενετών.


Επί 23 χρόνια ήτανε πλήρης η καταστροφή από τους Ενετούς, της παραλιακής Μεγαρίδας και της πόλεως των Μεγάρων.
Από το 1422 έως το 1718, μέσα σε τρεις αιώνες, στον ελλαδικό χώρο έγιναν οκτώ πόλεμοι μεταξύ της Πύλης και της Βενετίας. Η Δυτική Αττική και η Πελοπόννησος ήτανε ένα συνεχόμενο πεδίο μάχης. Η μεγαλύτερη συμφορά όμως ήρθε το 1683, όταν η Βενετία εισέβαλε στην Πελοπόννησο από την Μεγαρίδα που την είχε πρώτιστα λεηλατήσει κατά κράτος. Έτσι, καθώς οι ενετικές δυνάμεις πολιορκούσαν και βομβάρδιζαν την Μεγαρίδα και την Αθήνα, η μοίρα της Πελοποννήσου έχει ήδη κριθεί.
(Το 1683 σχηματίσθηκε από Ευρωπαϊκές χώρες Ιερή Συμμαχία κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προ του αισθητού πλέον κινδύνου εξάπλωσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνοντας πρώτη, ενεργό μέρος, η Βενετία καθώς κήρυξε τον έβδομο πόλεμο της κατά των Οθωμανών το 1683, επικεντρώνοντας την κύρια ενέργεια της στην Μεγαρίδα και την Πελοπόννησο.)
Οι πόλεις ήταν πια κατεστραμμένες, τα χωράφια εγκαταλειμμένα και το εμπόριο έχει σβήσει. Ο γενικός πληθυσμός της Αττικής και της Πελοποννήσου έπεσε από τις 300.000 στις 100.000. Από αυτούς, σχεδόν όλοι οι ρωμιοί κατέφυγαν στα ορεινά.
Με την πρόσκαιρη νίκη τους  οι ενετοί, όχι μόνο προσωρινά ανάγκασαν τους Οθωμανούς να φύγουν, αλλά κακομεταχειρίζονταν σε αφάνταστο σημείο και τους ρωμιούς. Από τη μια μεριά πίεζαν πολύ τους ορθόδοξους ιερείς και επισκόπους να αναγνωρίσουν τον Πάπα και να γίνουν καθολικοί, ενώ με διάφορα φορολογικά καταπιεστικά μέτρα άρπαζαν τα αμπέλια και χωράφια των ντόπιων ρωμιών. Από την άλλη μεριά έφεραν στην Μεγαρίδα και την Πελοπόννησο πολλούς αποίκους και μαζί πολλούς ιησουίτες, που είχαν γίνει οι σκληρότερες καταπιεστές της περιοχής.
Από τούτη την τακτική είχαν τώρα εχθρούς όχι μόνο τον απλό Ελληνικό λαό, που μισούσε τους Φράγκους και τον Πάπα για τα απάνθρωπα μέτρα που τους επέβαλαν, αλλά και τους μεγαλοκτηματίες και επισκόπους, που ανήκαν στη μερίδα, που είχε φρονήματα φιλοδυτικά.
Οι ενετοί όμως, έπεσαν και σ’ ένα άλλο μεγάλο λάθος. Πίστευαν, πως οι τούρκοι ύστερα από τις μάχες, που έχασαν στην Ελλάδα και την βόρεια Βαλκανική, δεν θα τολμούσαν να παραβιάσουν τη συνθήκη τού Κάρλοβιτς. Βγήκαν όμως, γελασμένοι.
Ο σουλτάνος Αχμέτ Β’ άρχισε αμέσως να καταστρώνει σχέδια για την εισβολή στην Αττική και την Πελοπόννησο. Καταλάβαινε, πως αν εδραιώνονταν οι ενετοί στη νότια Ελλάδα μπορούσε ο Πάπας να ενώσει πάλι τους ευρωπαίους και να οργανώσει νέα εκστρατεία μιας, που οι δυτικοί θα είχαν μεγάλη βάση για τις επιχειρήσεις τους. Με άλλα λόγια κινδύνευε η Ρούμελη. Εξάλλου, κατέχοντας την Πελοπόννησο και την Μεγαρίδα, οι ενετοί κρατούσαν το νότιο Αιγαίο. 
Χωρίς λοιπόν να το πάρουν είδηση οι ενετοί, στην Αδριανούπολη συγκεντρώθηκε 200.000 τουρκικός στρατός και στις αρχές Απριλίου 1715 ξεκίνησε για τη Θεσσαλία. Σε λίγο οι τούρκοι πέρασαν τη Θεσσαλία κι έφτασαν στη Βοιωτία. Στρατοπέδευσαν στον κάμπο της Θήβας κι εκεί κατάστρωσαν τα σχέδια της εισβολής τους στην Πελοπόννησο.
Πριν ξεκινήσουν για τον Ισθμό της Κορίνθου, έφθασαν στη Θήβα απεσταλμένοι από τους πρόκριτους τού Μοριά και τους Δερβενοχωρίτες της Μεγαρίδας δηλώνοντας, πως οι ρωμιοί όχι μόνο δεν θα πολεμήσουν μαζί με τους ενετούς, αλλά και θα δεχτούν τους τούρκους σαν ελευθερωτές. (Μ. Β. Σακελλαρίου: "Η ανακατάληψης της Πελοποννήσου υπό των τούρκων εν έτη 1715", στο περ. "Ελληνικά", τ. 9,  1936, σ. 241-260 και "Απομνημονεύματα Καν. Δεληγιάννη", στου Τσαφαρά: "Λαγκάδια", Αθήνα, 1937, σ. 281 και πέρα). Ο τούρκος στρατηγός τούς υποσχέθηκε, πως όταν πάρει την Πελοπόννησο, ο τόπος θα κυβερνιέται με δημοκρατικό σύστημα (-ραγιά ιμπαρέτ-, για τούτο άφησε και τον έλεγχο του δρόμου των Πύργων στους Μεγαρείς αλλά και στην πόλη των Μεγάρων τούρκος διοικητής –Μπέης- δεν έκατσε ποτέ). Επίσης είναι πολύ πιθανό, να τους δόθηκε γραπτή υπόσχεση. Γι’  αυτό οι Οθωμανοί δεν πείραξαν τους ρωμιούς, όταν μπήκαν στην Πελοπόννησο απ’ την Μεγαρίδα αλλά και στα κατοπινά χρόνια φέρθηκαν με σύνεση.

(Ο Μανιάτης Λιμπεράκης, που κατοικεί στη πόλη των Μεγάρων από χρόνια με όλο το ασκέρι του ενώνεται το 1691 με το Σερασκέρη Μισιρλή Ζαδέ και προτρέπει τους Έλληνες να υποταγούν, ζητά από τους Μανιάτες/Μοραΐτες/Μεγαρείς, με ελάχιστη ανταπόκριση, να τον αναγνωρίσουν ως μπέη υποσχόμενος προνόμια, ενώ με το Σερασκέρη επιχειρούν να κατακτήσουν την Πελοπόννησο, σκοντάφτουν στην Κόρινθο, αποσύρονται στα Μέγαρα, επανέρχονται το επόμενο έτος και καταλαμβάνουν την Κόρινθο, πολιορκούν την Ακροκόρινθο, καίνε το Άργος, πολιορκούν το Ναύπλιο για λίγο και αποχωρούν από την Πελοπόννησο. Πάλι στα Μέγαρα).

Οι τούρκοι στις αρχές Ιουνίου, με 110 ως 120.000 στρατό πέρασαν απ’ την οδό των πύργων στα κατεστραμμένα Μέγαρα (συναντώντας τους ελάχιστους πλέων Μεγαρείς στα Γεράνεια Όροι να ζουν σε μικρές ορεινές αποικίες και πολιόρκησαν την Κόρινθο, ενώ ο στόλος τους από 35 μεγάλα καράβια και 60 μικρά, περιπολούσε στα παράλια τού Μοριά.
Οι ενετοί, που ήταν στο κάστρο της Ακροκορίνθου, κράτησαν άμυνα μόνο τρεις βδομάδες. Όταν όμως, διατάχτηκε γενική έφοδος, αναγκάστηκαν να παραδοθούν ‘’υπό όρους’’. Την ώρα όμως, που έβγαιναν από το κάστρο, ανατινάχτηκε η μπαρουταποθήκη. Τότε, ο τούρκος στρατηγός Τοπάλ Οσμάν, χαρακτήρισε την έκρηξη, πως έγινε επίτηδες και γι’ αυτό οι ενετοί στρατιώτες σφάχτηκαν κι όσοι Φράγκοι που είχαν γίνει Μεγαρείς και Κορίνθιοι αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν σαν δούλοι.
Από την Κόρινθο οι τούρκοι τράβηξαν για το Άργος, που παραδόθηκε αμέσως μόλις έφτασαν οι τουρκικές προφυλακές. Και από το Άργος άρχισε πορεία για το Ναύπλιο.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΡΙΔΑΣ ΧΩΡΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (με λίγα λόγια)




Ο Ναός του Αφεσίου Διός (γύρω στο 1890) ή το Ασκληπιείο κατ' άλλους αρχαιολόγους, Σήμερα κατεστραμμένα τα πάντα στο βουνό του Καβελλάρη -Γεράνεια- από κάποιους που διεκδικούσαν τον χώρο... (πηγή: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο):



Σύμφωνα με την Γ’ ΕΠΚΑ για την περίοδο 2000-2010 διεξήχθησαν 60 σωστικές ανασκαφές σε οικόπεδα ιδιωτών και περίπου 500 στο Δημόσιο Έργο του Βιολογικού Καθαρισμού. Στις
ανασκαφές που έλαβαν χώρα κατά την κατασκευή δικτύου ακαθάρτων για την πόλη των Μεγάρων (Δεκέμβριος 2006- Φεβρουάριος 2010) ήρθε στο φως εκτός των άλλων τμήμα του
Νοτίου σκέλους του οχυρωματικού περιβόλου όπου διαμορφώνεται μνημειακή πύλη που ταυτίζεται με τις Νυμφάδες Πύλες του Παυσανία.






Kατά τον Muller, τα μνημεία των Αρχαίων Μεγάρων και η οχύρωσή τους κατά τους κλασικούς χρόνους είναι όπως εμφανίζονται στην επάνω σχηματική φωτογραφία




" Η πορεία της Μεγαρίδας χώρας μέσα στον χρόνο"

Κατά τους Φαράκλα και Σακελλαρίου, η Μεγαρίδα έχει συνολικά ένα μεσολιθικό οικισμό (σπήλαιο Ζαΐμη, ανασκαμμένο από τον αυστριακό σπηλαιολόγο Άνταλπμπερτ Μάρκοβιτς), έναν νεολιθικό, δύο πρώιμους ελληνικούς, δύο μεσοελληνικούς, τρεις υστεροελληνικούς, εφτά γεωμετρικούς, επτά αρχαϊκούς (ένας πιθανολογείται), οχτώ κλασικούς, οκτώ ελληνιστικούς (ένας πιθανολογείται) και οκτώ ρωμαϊκούς.
Η Μεγαρίδα είναι μια ορεινή περιοχή μεταξύ Κορινθίας, Βοιωτίας και Αττικής. Η αρχική της έκταση -όταν τα σύνορά της έφταναν μέχρι τον Ισθμό- ήταν 650 χλμ. ενώ από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., όταν οι Κορίνθιοι κατέλαβαν το δυτικό της τμήμα και οι Αθηναίοι προσάρτησαν τη Σαλαμίνα (με δολιότητα του Σαλαμίνιου νομοθέτη Σόλωνα), η έκτασή της έφτασε τα 420 χλμ.. Τα δύο λιμάνια της ήταν οι Παγές (σημερινό Κάτω Αλεποχώρι) στον Κορινθιακό Κόλπο και η Νίσαια (σημερινή Πάχη όπου εκεί είναι η υποτιθέμενη θέση του τάφου του Λέλεγος) στο Σαρωνικό ενώ άλλες σημαντικές κώμες αναφέρονται: τα Αιγόσθενα (σημερινό Πόρτο Γερμενό), το Ηραίο, η Κυνόσουρα (μη ταυτοποιημένη), ο Τριποδίσκος (πιθανό σημερινό Μάζι), η Πάνορμος (σημερινή Ψάθα), ο Ρους (μη ταυτοποιημένος), η Ερένεια κ.α.
Η μισή της έκταση είναι πεδινή-ημιορεινή με εύφορο έδαφος ενώ το υπόλοιπο δυσπρόσιτο και άγονο με εκτεταμένες δασικές εκτάσεις (όρη Γεράνεια – τα οποία είναι καταφύγιο άγριας ζωής 106 τ.χμ. – και Πατέρας 44 τ.χμ.) οι οποίες καταλαμβάνουν το μισό περίπου της έκτασης του Δήμου. Tα χερσαία της όρια είναι τα Γεράνεια δυτικά, ο Κιθαιρώνας βόρεια, ο Πατέρας ανατολικά και τα Κέρατα (ή Τρικέρατος) νοτιοανατολικά, τα οποία χώριζαν το Μεγαρικό από το Ελευσινιακό πεδίο. Κατά τη Βαλαβάνη, ο ουσιαστικός ρόλος της Μεγαρίδας -εκτός των πόλεων και των οχυρωμένων οικισμών- τεκμηριώνεται από ένα ορεινό, πυκνό δίκτυο δρόμων που υποστηρίζονται και φυλάσσονται από πύργους ή οχυρωμένους οικισμούς. Κατά αυτόν τρόπο η επικοινωνία μεταξύ Βοιωτίας και Μεγαρίδας μπορούσε να γίνεται κρυφά από την Αθήνα. Ο βασικός δρόμος γνωστός ως ‘’δρόμος των πύργων’’ διερχόταν από τα οροπέδια των Βαθυχωρίων ο οποίος φρουρείται από σειρά πύργων σε επιτελικά σημεία. Αντίστοιχα, παρόμοιο πέρασμα συναντάται στα νοτιοανατολικά -γνωστό ως ‘’πέρασμα Καντήλι’’- και στα νότια συναντούμε την παραλιακή ‘’Σκιρωνία οδό’’. Κατέχει 40 χλμ. ακτογραμμής (33 χλμ. στο Σαρωνικό και 7 χλμ. στον Κορινθιακό). Οι ιδιαιτερότητες της Μεγαρίδας, μεταξύ δύο βουνών και δύο θαλασσών, εξηγούν και τη σημασία που έλαβε το εμπόριο σε σχέση με τη φτωχή αγροτική καλλιέργεια. Οι λόφοι της είναι από ασβεστόλιθο και κογχυλιάτη ενώ ο κάμπος βόρεια και νότια καλύπτεται από παχύ στρώμα εύφορου χώματος. Ισχύει και στη Μεγαρίδα η "τριλογία Μεσογειακού τοπίου" (βουνό, πεδιάδα, θάλασσα).
Η πόλη των Μεγάρων, ως πόλις-κράτος, δημιουργήθηκε (κατά τον Πλούταρχο -ΜΟΝΟ- τον 8ο αι. π.Χ. καθώς άλλοι ιστορικοί αναφέρουν πως είναι κατά πολύ αρχαιότερη) από τη συνένωση των πέντε αρχαίων κωμών που αναφέρθηκαν νωρίτερα και αποτέλεσε την κυριότερη πόλη και το πολιτικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της Μεγαρίδας
Τα Μέγαρα σημείωσαν τη μεγαλύτερη ακμή τους κατά τον 8ο και τον 7ο αιώνα π.Χ. Ίδρυσαν αποικίες στη Ρόδο, τη Σικελία (τα φημισμένα "Μέγαρα Υβλαία" το 728 π.Χ. και αργότερα τον Σελινούντα) την Χαλκηδόνα το 645 π.Χ., το Βυζάντιο το 628 π.Χ., την Ηράκλεια (Ευξείνου Πόντου) το 559 π.Χ. κ.α., λόγω υπερπληθυσμού, ελευθέρου εμπορίου, έλλειψης γόνιμων εδαφών αλλά κυρίως λόγω της έντονης διαμάχης μεταξύ δημοκρατών και αριστοκρατίας.
Κατά τους κλασικούς χρόνους, ο Ισοκράτης μας πληροφορεί πως οι Μεγαρείς είχαν τα καλύτερα σπίτια στην Ελλάδα και ο Διογένης ο Κυνικός παρατηρεί πως οι Μεγαρείς τρώνε σα να πρόκειται να πεθάνουν αύριο και χτίζουν σα να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ. Λέλεγες, Κάρες, Μινωίτες, Ίωνες και τέλος οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στις δύο Ακροπόλεις. Για το λόγο ότι από το 1100 π.Χ. ανήκε στο Δωρικό φύλο, το 560 π.Χ. εισχώρησε στην Πελοποννησιακή Συμμαχία ενώ συμμετείχε στους Περσικούς πολέμους με 20 τριήρεις. Ακόμα έχει διατυπωθεί η άποψη πως ο πληθυσμός της Μεγαρίδας κατά τους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους ήταν πολλαπλάσιος από ό,τι το 1970. Η πόλη των Μεγάρων κατά τον 4ο αι. π.Χ. σημειώνει νέα βραχυχρόνια ακμή. Είχαν ήδη κατασκευαστεί τα Μακρά τείχη (457 π.Χ. από τους Αθηναίους, μήκους 1.200μ. κατά τον Θουκυδίδη)- και η έκτασή της ήταν 140 εκταρίων όπου τα 40-50 καταλαμβάνονται από δημόσιους χώρους κι εγκαταστάσεις ενώ ο πληθυσμός ήταν 35.000 συνολικά. Ακόμα αναφέρεται σε επιγραφές η ύπαρξη ενός θεάτρου. Ονομαστά προϊόντα κατά την αρχαιότητα ήταν το αλάτι από τις αλυκές της Νισαίας και τα σκόρδα. Για τη λίπανση των άγονων εδαφών οι Μεγαρείς χρησιμοποιούσαν ένα είδος λευκού χώματος (λευκάργιλος). Κύρια απασχόληση η κτηνοτροφία (εξαγόταν χοιρινό κρέας στην Αθήνα) και η γνωστότερη βιοτεχνική δραστηριότητα η εριουργία και η παραγωγή μάλλινων ενδυμάτων (Μπαζιωτοπούλου – Βαλαβάνη 2008).
Διάσημοι Μεγαρείς κατά την αρχαιότητα υπήρξαν ο ποιητής Θέογνις, ο φιλόσοφος Ευκλείδης, η Μαθηματικός φιλόσοφος Νικαρέτη, ο μηχανικός Ευπαλίνος, ο φιλόσοφος Στίλπων, ο πατέρας της κωμωδίας Σουσαρίων από τον Τριποδίσκο κ.α.
Το 307 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής απελευθερώνει τα Μέγαρα από τον Κάσσανδρο και μετά από την ημερομηνία αυτή παύει η σημασία της. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή ήταν σε πλήρη αφάνεια παρά τις προσπάθειες του Αδριανού το 2ο αιω. μ.Χ., το 267 μ.Χ. εισβάλουν οι Ερούλοι ενώ το 395 μ.Χ. καταστρέφονται από τους Βησιγότθους του Αλάριχου. Στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους μαθαίνουμε πως τα Μέγαρα ήταν ένα "άθλιο χωριό με λίγες καλύβες", όπως και οι άλλες μεγάλες πόλεις της Αττικής (όμως λειτουργούσε σαν Μητρόπολη) ενώ κατά το Μεσαίωνα έγιναν σλαβικές και φραγκικές επιδρομές κατά τα τέλη του 9ου αιω. μ.Χ. ιδρύθηκαν πολλές Εκκλησίες και Μονές.

Το 14ο αιώνα αποτελούν το δυτικό άκρο του Φραγκικού Δουκάτου το 1456 καταλαμβάνονται κι αυτά από τους Οθωμανούς, ενώ τo 1683 τα Μέγαρα καταστρέφονται από τους Ενετούς. Το 1818 οι Μεγαρίτες χτίζουν το τείχος της Αγ. Τριάδας και το 1822 αντιμετωπίζουν τη στρατιά του Δράμαλη στα Γεράνεια Όρη. Τα Μέγαρα καταστράφηκαν ολοσχερώς κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Μετά την απελευθέρωση, ο Ι. Κωλέττης είχε προτείνει τα Μέγαρα για πρωτεύουσα ( καθώς υπήρξε για τέσσερις μήνες πρωτεύουσα της κυβέρνησης των συνταγματικών – από Δεκ. 1831 έως Απρ. 1832) αλλά τελικά προτιμήθηκε η Αθήνα λόγω της μεγαλύτερης απόστασής της από τη θάλασσα. Το 1835 η επαρχία Μεγαρίδος συμπεριελάμβανε εκτός του Δ. Μεγαρέων και τη Σαλαμίνα, την Ελευσίνα και την Ειδυλλία. Το 1835 ολοκληρώθηκε και το πολεοδομικό σχέδιο της πόλης από τον Schaubert ενώ το 1839 σχεδιάστηκε και ο δρόμος που ένωνε τα Μέγαρα με την Ελευσίνα. Το 1922 εγκαθίστανται πρόσφυγες από τη Μ. Ασία στην περιοχή Μελί νοτίως του ρέματος Μαυρατζά.